Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.

 

  

 

 

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ 

(Αποσπάσματα απο τον πρόλογο του Θωμά Στεργιόπουλου για το βιβλίο Η ΚΑΣΤΑΝΙΑ ΤΗΣ ΝΥΦΗΣ)

 

 

         Στην πλειάδα των λόγιων της Ηπείρου, δίπλα στον Αραβαντινό, το Λαμπρίδη, το Βασίλειο Ζώτο Μολοσσό, τον Αθανάσιο Πετρίδη, το Νικόλαο Μυστακίδη, που με το ιστορικό, λαογραφικό και γλωσσολογικό τους έργο, ανέδειξαν τα ηπειρωτικά γράμματα, συγκαταλέγεται και ο Πωγωνίτης Αθανάσιος Οικονομίδης, ο «Θανασάκης», όπως τον αποκαλούσαν οι συμπατριώτες του.
        Γεννήθηκε το 1843 στη Σωπική και απεβίωσε το 1903 στην Πολίτσανη. Σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους  Σχολή της Κωνσταντινούπολης, διετέλεσε καθηγητής και διευθυντής στα Ζωγράφεια Διδασκαλεία Κεστορατίου, στη Ζάππειο Σχολή Λαμπόβου και στα Εκπαιδευτήρια Αργυρόκαστρου. Ήταν, όπως επισημαίνει ο λόγιος από την Πωγωνιανή, Λεωνίδας Βασιλειάδης, ένας απ’ τους πιο μορφωμένους ανθρώπους της εποχής του.
      Στον πύργο του στην Πολίτσανη, η πλούσια βιβλιοθήκη του, που την αποκαλούσε «φαρμακείο της ψυχής», περιείχε θησαυρούς από την ιστορία, την παράδοση και τη λαογραφία της Ηπείρου. Η βιβλιοθήκη αυτή αποτελούσε σύμβολο την πνευματικότητας της Πολίτσανης, της ανθηρής αυτής κωμόπολης του δέκατου ένατου αιώνα που φημίζονταν για τη λαϊκή τέχνη και την πολυτέλεια των ενδυμάτων της. Το παρακάτω δημοτικό τραγούδι, αναφέρεται στον πλούτο και τη φήμη της:

 

                                                                      Αν θέλεις να είμαι έμορφη,
                                                                      αν θέλεις να είμαι κι άσπρη,
                                                                      στείλε στην Πόλη για γυαλί,

                                                                      στα Γιάννενα για χτένι,
                                                                      στείλε και στην Πολίτσανη
                                                                      για κόκκινο γελέκι.                        

 

 

       Αυτό το μικρό σε όγκο έργο, μπορεί να διακρίνεται για την ιστορική του σημασία στα Βορειοηπειρωτικά γράμματα, πρωτίστως όμως διακρίνεται για τις λογοτεχνικές του αξίες. Γραμμένο στο τελευταίο τέταρτο του 19-ου αιώνα, όπου στην ελληνική λογοτεχνία κυριαρχούσαν το ιστορικό αφήγημα, οι ηρωικοί τόνοι, η προγονοπληξία και ο μεγαλόστομος ρομαντισμός, το πεζογραφικό έργο του Οικονομίδη εντάσσεται στη λογοτεχνική σοδειά της γενιάς του ’80, η οποία συνετέλεσε στη μεγάλη στροφή στα ελληνικά γράμματα, δηλαδή, τη στροφή προς την ελληνική καθημερινή πραγματικότητα. Ήταν η γενιά των σημαντικών δημιουργών όπως ο Βιζυηνός, ο Παπαδιαμάντης, ο Ροΐδης, ο Παλαμάς, ο Μητσάκης, ο Καρκαβίτσας, ο Κονδυλάκης, ο Χατζόπουλος, το έργο των οποίων αποτελεί σήμερα τη γνήσια παράδοση της ελληνικής πεζογραφίας.
      Είναι αξιοπρόσεκτο για έναν δημιουργό όπως ο Αθανάσιος Οικονομίδης, το γεγονός πως ενώ έζησε στις παρυφές του ελληνισμού, μακριά από πνευματικά κέντρα, κατάφερε να συντονίσει το βήμα του με την καλύτερη ελληνική πεζογραφία της εποχής του. Κι επιπλέον να δώσει δείγματα γραφής όπως τα, απαλλαγμένα από την ηθογραφία, διηγήματα «Ο Βρικόλακας» και «Ο κυρ’ Κίχλας», που διακρίνονται για το ρεαλισμό και την κοινωνική κριτική, δυο συστατικά στοιχεία, που είναι χαρακτηριστικά της σύγχρονης λογοτεχνίας. Το ψυχολογικό βάθος και τις διαστάσεις τους δεν τα συναντάμε στον πατέρα της Ηπειρωτικής πεζογραφίας, τον πολυγραφότατο και πληθωρικό Χρήστο Χρηστοβασίλη, στο έργο του οποίου κυριαρχεί το ηρωικό και το ηθογραφικό στοιχείο.
      Ωστόσο, η καθαρεύουσα και τα ηθογραφικά στοιχεία που συναντάμε προπαντός στη «Μάγισσα» και την «Καστανιά της νύφης», ξενίζουν τον σημερινό αναγνώστη. Δεν είναι όμως αυτά τα βασικά χαρακτηριστικά του έργου του. Εκείνο που ξεχωρίζει στα διηγήματα του Οικονομίδη, είναι το διεισδυτικό βλέμμα του συγγραφέα, η ικανότητα του ν’ απεικονίζει τύπους και χαρακτήρες διαχρονικούς. Μέσα στο σκυθρωπό Ηπειρωτικό τοπίο με τη φτώχεια, τον ξενιτεμό, τη λειψανδρία, τις δεισιδαιμονίες και τις προλήψεις, ο Οικονομίδης, γνώστης του βίου και των ανθρωπίνων συμπεριφορών, λαξεύει μπακάληδες, τοκογλύφους, εκβιαστές, υποκριτές, μωρόπιστους, αγιογδύτες και μάγισσες. Ο Γιώτης Πινάκας, ο Κίχλας, ο Γκίρλας, η Μάγισσα και άλλοι, είναι διαχρονικοί χαρακτήρες. ...                     

 

    

    Δεν γνωρίζω κατά πόσο η λογοκρισία στην Τουρκοκρατούμενη Ήπειρο όπου έζησε ο Οικονομίδης, επέτρεπε να κυκλοφορήσουν εφημερίδες που βγαίνανε στην Αθήνα. Η ελεύθερη κυκλοφορία του τύπου την περίοδο της Τουρκικής κατοχής, άρχισε μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908. Στις εφημερίδες όπως το «Αστυ» του Δημήτρη Κακλαμάνου και η «Ακρόπολη» του Γαβριηλίδη, πριν από το 1890, άρχισαν να μεταφράζονται και να προβάλλονται σε μορφή επιφυλλίδας, έργα ξένης λογοτεχνίας και συγγραφείς όπως ο Γκυ Ντε Μωπασάν, ο Εντγκάρ Αλάν Πόε, ο Χόφμαν, ο Μεριμέ και άλλοι. Η λογοτεχνία με αστυνομικά θέματα, όμως, στην Ελλάδα ήταν ανύπαρκτη.
     Οι Έλληνες συγγραφείς και πιθανόν η γνωριμία με τις ξένες λογοτεχνίες, ίσως επηρέασαν τον Αθανάσιο Οικονομίδη. Πάντως, αν αυτό αληθεύει, είναι σίγουρο πως πρόκειται για δημιουργική επίδραση. Διότι η ατμόσφαιρα μυστηρίου και η αγωνία που βιώνουμε στο «Βρικόλακα» και στη «Μάγισσα», είναι καταστάσεις που πηγάζουν από τα ίδια τα γεγονότα και τα πρόσωπα που ο συγγραφέας επιλέγει ν’ απεικονίσει, από το φορτισμένο με προλήψεις και δεισιδαιμονίες περιβάλλον, που ο ίδιος και οι ήρωες του βιώνουν. Εν πάση περιπτώσει, είναι και αυτό ένα στοιχείο σύγχρονης πεζογραφίας και δείχνει το πόσο απείχε ο Οικονομίδης από τα ηθογραφικά και νατουραλιστικά στοιχεία που κυριαρχούσαν στην Ελληνική πεζογραφία. ...

                          

 

     Δεν θα αποτελούσε υπερβολή ο ισχυρισμός ότι η ιστορία των Βορειοηπειρωτικών γραμμάτων, είναι ιστορία χαμένων χειρογράφων. Από το χειρόγραφο «Ιστορία της Ηπείρου» γραμμένο από τον ηγούμενο Κύριλλο στη Μονή Θεολόγου, που χάθηκε στο Ιάσιο της Ρουμανίας το 1815, (ευτυχώς που ο Γάλλος Ελληνιστής Εμίλ Λεγκράντ εντόπισε και εξέδωσε το χειρόγραφο ποίημα του Σταυρινού Βηστιάρη από τη Μάλτσανη της Βορείου Ηπείρου), τα λεηλατημένα χειρόγραφα του Νικόλαου Μυστακίδη, το αρχείο του Βασίλη Ζώτου Μολοσσού, που κανείς δεν γνωρίζει τι απέγινε, τα χειρόγραφα του Βασίλη Μπαρά που σάπισαν κρυμμένα στη Λεσινίτσα, το αποδεκατισμένο έργο του Αθανάσιου Οικονομίδη έως τα χειρόγραφα του Γιάννη Λίλλη που παραμένουν στην μακρινή Αυστραλία πενήντα χρόνια μετά το θάνατό του, και άλλα απολεσθέντα έργα, εκτείνεται το χρονικό των εξαφανισθέντων ή αγνοημένων χειρογράφων.
       Θεωρώ πως στην τέχνη, αυτό που μετράει είναι η ποιότητα κι όχι η ποσότητα. Όταν ένας συγγραφέας, όπως ο Αθανάσιος Οικονομίδης, καταφέρνει μόνο με τέσσερα διηγήματα να επιβληθεί στη συνείδηση του αναγνώστη, να προβληματίσει με το σύγχρονο λόγο και τους διαχρονικούς χαρακτήρες που πλάθει, τότε έχουμε κάθε δικαίωμα να πιστεύουμε ότι η απώλεια των έξι από τα δέκα διηγήματα – νουβέλες της συλλογής «Εικόνες της Ηπείρου», δεν μπορεί παρά να καταγραφεί ως σημαντική απώλεια. Διότι με τον Αθανάσιο Οικονομίδη, στα Βορειοηπειρωτικά γράμματα συντελείται ένα άλμα: Το πέρασμα από τη λογιοσύνη στη λογοτεχνία. Ο λόγιος, ο λαογράφος, ο ιστοριοδίφης, εξελίσσεται σε συγγραφέα. Με τον Αθανάσιο Οικονομίδη μιλάμε πια για λογοτεχνία. Ας την απολαύσουμε.

 

Cookie Policy

This site uses cookies to store information on your computer.

Do you accept?