Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «101 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΤΟΠΟ»

(Παρουσίαση του βιβλίου στο Σπίτι της Κύπρου, 15.05.1992)

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΜΗΛΙΩΝΗΣ

Όταν πριν από το Πάσχα ο Χρήστος Παπουτσάκης μου έστειλε, άδετα ακόμη, τα τυπογραφικά της ποιητικής συλλογής του Ανδρέα Ζαρμπαλά («101 Ποιήματα για μια χούφτα τόπο, 1970-1991»), το ίδιο βράδυ και πριν καλά – καλά τελειώσω την πρώτη ανάγνωση, τον πήρα στο τηλέφωνο, για να του εκφράσω την έκπληξή μου και τη συγκίνησή μου – και επικαλούμαι γι’ αυτό τη μαρτυρία του....

 

Μετάφραση: Ανδρέας Ζαρμπαλάς

 

 

 

"101 ΠΟΙΗΜΑΤΑ" ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΖΑΡΜΠΑΛΑ …

 

 

 

Αν λάβουμε υπόψη μας ότι τον καιρό του Εμβέρ Χότζα η ελευθεροκοινωνία μεταξύ της Ελλάδας και της Αλβανίας δεν ανθούσε και ότι τα περισσότερα ελληνόγραπτα κείμενα, που περνούσαν τα σύνορα προς τα Τίρανα ήταν προϊόντα του ξύλινου πολιτικού ή σοσιαλρεαλιστικού λόγου, μπορούμε να πούμε ότι δίπλα μας, μιαν ανάσα από τη «μητρόπολη», η ελληνική γλώσσα πορεύτηκε το δικό της δρόμο σχεδόν ερήμην  της όποιας ανάπτυξής της και εξέλιξής της στην Ελλάδα.

Στην κλειστή, στρατοπεδική αλβανική κοινωνία, η Ελληνική Μειονότητα δούλεψε τη γλώσσα της σε έναν δύο φορές κλειστό χώρο. Κύκλος μέσα στον κύκλο. Με ισχνότατη την παρέμβαση της γλώσσας που καλλιεργούν εν Ελλάδι τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, είδαμε και παλιότερα σε τούτη τη σελίδα, όταν παρουσιάσαμε δημοτικά τραγούδια της Βορείου Ηπείρου πιο στενή επαφή με παλαιότερα στρώματά τους, διασώζοντας και λέξεις (πώς αλλιώς θα γίνονταν αφού οι άνθρωποι εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν ή να βλέπουν πράγματα που σε μας είχαν χαθεί) και εκφραστικούς τρόπους. Δεν μπορούμε πάντως να παραβλέψουμε ότι τα ελληνικά βρίσκονταν στην ανάγκη όταν εκφωνούνταν ή κυρίως γράφονταν δημόσια να χύνονται και στο καλούπι του άτεγκτου και ψυχρού κομματικού λόγου (δείγματά του πολλά στο «Λαϊκό Βήμα» της εποχής») και να χάνουν έτσι τη σπιρτάδα και την ευλυγισία τους.

Φυλλομετρούμε σήμερα δυο βιβλία βορειοηπειρωτών συγγραφέων, που εκδόθηκαν από αθηναϊκούς οίκους. Ποιήματα περιέχει το ένα. «101 ποιήματα για μια χούφτα τόπο (1970 -1991)» ο τίτλος του, (εκδόσεις Πολύτυπο, 1992) και συγγραφέας του ο Ανδρέας Ζαρμπαλάς, πρώτος πρόεδρος του κόμματος Ομόνοια της Ελληνικής Μειονότητας.

«Είμαστε κι εμείς».Μοιάζει με διαβατήριο το πρώτο ποίημα του Ανδρέα Ζαρμπαλά. Το κρατάς στα χέρια σου και εισέρχεσαι, αν το θες, σε έναν άλλο κόσμο μνήμης, σε έναν άλλο κόσμο ιστορίας και γραφής.

 

Είμαστε κι εμείς,

μια σπιθαμή τόπος και μια χούφτα άνθρωποi

έξω από τη μνήμη του κόσμου.

Η ιστορία πέρασε κι απ’ εδώ.

Σαν τεράστιο ζώο πέρασε η ιστορία κι απ’εδώ,

μας πάτησε βαριά στο στήθος.

 

Τότε ήταν, που κόπηκε ακόμα μια χορδή

στη λύρα του Ομήρου.

 

Είναι πικρή η ζωή εδώ,

κι ο θάνατος ακόμα πιο πικρός.

Πάντως να ξέρετε,

δεν μένομε έξω από την πόρτα του κόσμου

ζητιανεύοντας λίγη πατρίδα.

 

Παράξενοι στίχοι. Παράξενα απλοί, σχεδόν παράταιροι. «Εμείς», «ιστορία», «πατρίδα». Ξενίζουν ίσως περισσότερο κι από τις αιφνίδιες, τις σωπασμένες λέξεις, που βρίσκουν εδώ τον τόπο τους ( «λιουρητό σκύλου», «κουναρούνε», «παφίλια», «με πύριες και με πάγους», «ξεκλεμίζει τις ελιές», «χαλικαριά της σιωπής», «φυλλουργιασμένο δέντρο», «οι ρίζες αγκουσεύονται», «λιοτήρια», «κορύτα». Ναι, ξέρω, φολκλόρ!.. Εμένα πάντως, κάθε που στρέφω στο χωριό μου, κάμποσες απ’ αυτές τις λέξεις κι άλλες πολλές με περιμένουν σώες και πραγματικές). Πρέπει να δοκιμάσουν δυο και τρεις φορές οι στίχοι αυτοί, για να κατορθώσουν να περάσουν το κατώφλι της μνήμης, να απαιτήσουν ένα δίκαιο μερίδιο στην πιο προσεχτική ανάγνωση. Την ανάγνωση που θα επιτρέψει στον εαυτό της να συγκινηθεί – ειδάλλως η ίδια η συγκίνηση του ποιητή, του Ανδρέα Ζαρμπαλά, κινδυνεύει να μείνει ανέκφραστη, ανείσπρακτη, σχεδόν ένοχη.

Τα ποιήματα του Ζαρμπαλά, άλλα γραμμένα με ελεύθερο στίχο, άλλα με ρίμα κι άλλα με αναπλάσεις δημοτικών, ομολογούν τον εαυτό τους. Ομολογούν τη συγκινησιακή καταγωγή τους και φανερώνουν ότι στη σύνθεσή τους ούτε η γλώσσα, ούτε η μουσική είναι το τέλος, ο σκοπός. Τα ποιήματα δεν είναι παρά το μέσο, το εργαλείο για να ειπωθούν απλά πράγματα και πικρά – πριν το φαρμάκι τους γυρίσει προς τα μέσα. Γραμμένα τα περισσότερα σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο (τα παλαιότερα τα έχει κρύψει ο ποιητής σε ένα μπουκάλι που το είχε θάψει στο χώμα της μνήμη του) δεν λογοκρίνουν την πολιτική τους διάθεση, ούτε όμως και την ξοδεύουν σε έναν ρητορικό καταγγελτισμό  που μόνο τα επιπολής στρώματα της μνημονικής ή κοινωνικής πραγματικότητας είναι ικανός να θίξει. Νιώθεις ότι και τα ίδια γνωρίζουν ως που μπορούν να φτάσουν, και μένουν στο μέτρο τους.

Η τραυματική εικοσαετία από το 1970 ως το 1991, οδηγεί τον ποιητή να «μπαλώνει την ψυχή του» με την κλωστή των λέξεων, που, το ξέρει κι αυτός, δεν αντέχει πάντοτε στο πείσμα του καιρού και του κόσμου. Μιλάει, λοιπόν, για μια γενιά, που «δεν μπορεί να ταξιδέψει ούτε στ’ όνειρο», εκείνο «το όνειρο για την πατρίδα», που «καμιά στέγη δεν το χωράει πια. Μεγάλωσαν τα φτερά του, έγινε παράπονο». Μετράει την αντοχή της και τη βρίσκει «πλατάνια ριζιμιά στις ποταμιές». Σκύβει στα τραγούδια που τη συντρόφεψαν και την κράτησαν και δοκιμάζει να σύρει νέες λέξεις, νέες φράσεις, πάνω στους παλιούς ρυθμούς, τους δημοτικούς.

Αν η ποίηση πασχίζει να ξανααρμόσει τα πράγματα με τα ονόματα, αναζητώντας τη μυθική ενότητα που δέσποζε πριν από το προπατορικό αμάρτημα της γλώσσας (τότε, που η γλώσσα διεκδίκησε το δίδυμο δικαίωμα στη συνομιλία και στην άγνωστη γεύση, στη γνώση) τα ποιήματα του Ζαρμπαλά έχουν να αντιπαρατεθούν σ’ ένα αποκαρδιωτικό, διαλυτικό ταμπού, (η Ελλάδα λόγου χάρη), πρέπει να αποφευχθούν, να μείνουν φαντάσματα, να μην ειπωθούν. Ο ποιητής το δηλώνει αυτό και, ο τίτλος της συλλογής του, που επίσης δεν εξονομάζει, ελάχιστες φορές χρησιμοποιεί τη λέξη «πατρίδα» και ουδέποτε την κατονομάζει. Ουδέποτε λυτρώνεται από τον βαθύριζο διχασμό του, που γεννάει άλλωστε και τους στίχους του.

Εδώ η ποίηση λοιπόν, δεν ασκείται ως κατονομασία, αλλά αναπτύσσεται από το όνομα, από το φόβο του ονόματος. Και αρκετές φορές, όταν το κόστος που καταβάλλεται είναι διαίτερα μεγάλο, οι στίχοι μένουν στον αισθηματικό νατουραλισμό τους, δεν τον βαθαίνουν και δεν ξανακερδίζουν.

Διαβάζοντας στο ποίημα «Κι εμείς επιμένομε» το στίχο «κι οι ελπίδες μας κρυμένες κάτω από την πέτρα της υπομονής» δεν μπορώ να αποφασίσω αν ανακαλεί κάποιο δημοτικό μοτίβο ή ας πούμε το Σεφέρη της «Στροφής», «Στην πέτρα της υπομονής κάθισες προς το βράδυ…». Κι έχει ίσως ενδιαφέρον το ερώτημα τι θα κέρδιζαν αυτά τα ποιήματα αν συμπορεύονταν στην ώρα τους με την ελλαδική ποίηση, αν δηλαδή ο ποιητής τους είχε έγκαιρα τη δυνατότητα να σταθεί, ν’ ακούσει και να διαβάσει (όχι αποσπασματικά, όχι σχεδόν παράνομα) τους ρυθμούς και το λόγο που τεχνουργούσαν στην Ελλάδα οι ποιητές, προπαντός όσοι είχαν κι αυτοί να αναμετρηθούν με έναν βαθύ καημό και όχι αυστηρώς ατονικό, με ένα ματαιωμένο όνειρο, οι ποιητές που ήραν τον σταυρό της αίρεσής τους εντός της Αριστεράς λόγου χάρη. Τι θα κέρδιζαν, αλλά και τι έχαναν…

Άρθρο του Παντελή Μπουκάλα , 8 Δεκέμβρη 1992

 

 

 



  

 

Cookie Policy

This site uses cookies to store information on your computer.

Do you accept?