Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.

 

Η Μπαλάντα της Στάμνας είναι το τρίτο βιβλίο της έμμετρης τριλογίας για την προσωπογραφία της Μειονότητας. Το πρώτο είναι η συλλογή «101ποιήματα για μια χούφτα τόπο», το οποίο αποτυπώνει την αγωνία της Μειονότητας, τη στάση, τη συμπεριφορά, την αθόρυβη προσπάθειά της για επιβίωση, αλλά και τη διάβρωσή της μέσα στο βαρύ κλίμα της δικτατορίας. Το δεύτερο βιβλίο, είναι η συλλογή «Ραβδομάντης», το οποίο καταγράφει τη μοίρα της Μειονότητας στην εποχή της πολυπόθητης δημοκρατίας. Η Μειονότητα έχασε την καρδιά της. Την αναζήτηση της χαμένης καρδιάς πραγματεύεται το τρίτο βιβλίο, που αυτή τη φορά είναι μια ποιητική σύνθεση. Ο ποιητής - πρωταγωνιστής της σύνθεσης, ως αδέσμευτη και ανεξάρτητη ύπαρξη, ξεκινάει την μεγάλη περιπέτεια αναζήτησης της καρδιάς στον τόπο και στο χρόνο. Τη βρίσκει ως μια σπασμένη στάμνα, την ταχτοποιεί και την τοποθετεί στην ψηλότερη πνευματική κορφή, για να μην απειλείται από την διάβρωση.Πρόκειται για έναν κόσμο, που μας αιφνιδιάζει. Όχι πως μας ήταν ανέκαθεν γνωστός. Αντίθετα, κάποτε μας ήταν πολύ οικείος, αλλά εδώ και ογδόντα περίπου χρόνια – κοντά τρεις γενιές – είχε αποκοπεί από τον ελληνικό κορμό και είχε υποχρεωθεί αρχικά σε πλήρη στασιμότητα – λες και είχε παγώσει ο χρόνος – και ύστερα, για σαράντα χρόνια είχε στερηθεί από κάθε επικοινωνία, αφού κατά μήκος των συνόρων είχαν υψωθεί φράχτες με ηλεκτροφόρα σύρματα. Ποιοι τους θυμόντουσαν από μας που είχαμε γείρει από τούτο το πλευρό «ανίδεοι και χορτάτοι;». Κι ακόμα πιο πολύ: ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι μέσα σε κείνη την πνιγερή απομόνωση, την καταπίεση και την αθλιότητα, η ελληνική γλώσσα είχε κατορθώσει όχι μονάχα να επιζήσει, αλλά και να επιτελεί την πιο ακραία και την πιο φίνα λειτουργία της, που είναι η ποιητική λειτουργία; Και μάλιστα για να εκφράσει όχι μόνο τη δυστυχία , αλλά και τα «κινήματα της ψυχής», τα όνειρα και το παράπονο και την αξιοπρέπεια ενός λαού, που ξένοι και δικοί σχεδόν τον είχαν λησμονήσει. O Ραβδομάντης εκτελεί την ίδια αποστολή, όπως και τα προηγούμενα βιβλία: Ακολουθεί βήμα – βήμα τη μοίρα της Ελληνικής Μειονότητας στην κρισιμότερη καμπή του βίου της. Τα βουνά ακούνε ολοένα και πιο αραιά το όνομά τους. Τα ποτάμια κυλούν άσκοπα και δεν ξεδιψούν τους κάμπους. Η ερημιά καταβροχθίζει την πρασινάδα. Η μικρή Μειονότητα στην προσπάθειά της να φυτρώσει σε άλλα χώματα, αγνοεί τον κίνδυνο της εξαφάνισης ως ξεχωριστή πολιτισμική οντότητα. Από άποψη τεχνοτροπίας, ο Ραβδομάντης φιλοδοξεί να φέρει κοντά το ποιητικό προϊόν της Μειονότητας με το ποιητικό προϊόν της Ελλάδας. Στα χρόνια της απομόνωσης κάπου χάθηκε η επαφή τους και το χάσμα δημιουργήθηκε βαθύ. Η «αργοπορημένη» ποίηση της Μειονότητας έπρεπε να ταχύνει το βηματισμό για να συναντήσει την ποίηση της Ελλάδας. Με άσβηστη την έγνοια, όμως, να κρατήσει τα στοιχεία της, που της προσδίδουν τον χρωματισμό και την ιδιαιτερότητα και να γίνει ισάξιο μέρος της ευρύτερης ποιητικής εικόνας της Ελλάδας -Σου είπα και σου λέγω, παλιο-ντόσα, ότι εγώ γνώμη από τε σένα δε θέλω. Να τη δώκομε στο παιδί του Ψάθα, ε, που δεν έχει ψωμί να φάει. Άλλη φορά να μην μου ξαναπείς τέτοιο λόγο, γιατί σε μεσοκόβω. Αύριο το πουρνό να του στείλεις χαμπέρι, ότι την κοπέλα μου δεν τη δίνω και ας κοιτάξει τη δουλειά του. Την κοπέλα μου θα τη δώκω στο παιδί του Κοράκη, που είναι πρώτος νοικοκύρης. -Καλά, εγώ σήμερα, όταν έφυγε η προξενήτρα, ρώ­τησα την κοπέλα μας και μου είπε ότι πάει και πνίγεται και το παιδί του Κοράκη δεν το παίρνει άντρα. -Εγώ αυτή δεν τη ρωτώ καθόλου. Να το ξέρεις κι εσύ κι αυτή ότι θα γίνει εκείνο, που λέω εγώ και όχι εκείνο που λέτε εσείς. Και ο ουρανός να γυρίσει, αλλιώς δε γένεται. Την κοπέλα μου θα τη δώκω στο γιο του Κοράκη, δουλειά τελειωμένη. 2015 -... στους Οθωνούς βρήκαν καταφύγιο κάποιες οικογένειες από το εξαφανισμένο πια Ντερζιό. Ο Ανέστης από τη Δίβρη, οδηγός στο επάγγελμα και κοντά στα εβδομήντα του, αφηγείται μια ιστορία, που την είχε ακούσει από τον πατέρα του. Ο πατέρας του, νεαρό παιδί τότε, πήγε στην Κέρκυρα να μάθει την τέχνη του ράφτη. Μια Κυριακή το αφεντικό τον πήρε στη βάρκα και φτάσανε στους Οθωνούς. Στο λιμανάκι συναντήσανε μια γριά άνω των 90 ετών. Λέει το αφεντικό στη γριά, που ήταν γνωστή του: "Γιαγιά, σου έφερα ένα πατριωτάκι σου". Η κουβέντα γύρισε στους πικρούς καιρούς της καταστροφής του Ντερζιού. Αυτή καταγότανε από το σόι των Παρπούδων. Οι Παρπούδες ήταν δύο αδέρφια. Ο ένας εγκαταστάθηκε στη Δίβρη (μπήκε γαμπρός και από τότε άλλαξε το επώνυμό του), ενώ ο άλλος βγήκε στους Οθωνούς μαζί με την οικογένειά του, δηλαδή και με τη γριά η οποία τότε ήταν τριών χρονών. Η γριά του είπε ότι η εκκλησία του χωριού της ήταν της Γέννησης της Θεοτόκου και γιόρταζε στις 8 Σεπτέμβρη. Κι ακόμα ότι πίσω από την εκκλησία υπήρχε ένα βαθύ πηγάδι. Εκεί ρίξανε τα κειμήλια κι άλλα πράγματα αξίας την ώρα που φεύγανε..Παρά το γεγονός ότι στα Βαλκάνια υπάρχει μια πλούσια ποιητική παράδοση, αγνοείται σχεδόν στο σύνολό της από τους βαλκανικούς λαούς. Ο ανά χείρας τόμος, ο οποίος κυκλοφορεί ταυτόχρονα σε εφτά βαλκανικές γλώσσες και έχει σκοπό να βοηθήσει στην καλύτερη γνωριμία αυτής της παράδοσης δημιουργώντας μια γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ των βαλκανικών λαών, είναι το αποτέλεσμα της δουλειάς εκατό και πλέον ανθρώπων σε όλα τα Βαλκάνια, η οποία άρχισε πριν από αρκετά χρόνια. Το αναφέρουμε στην αρχή αυτού του σημειώματος για να τονίσουμε ότι το εν λόγω έργο ενέπνευσε και κινητοποίησε πολλούς ανθρώπους και σε μεγάλη διάρκεια. Η επιμονή αυτή δεν μπορεί να είναι τυχαία. 2006Είναι παράλογο να είσαι παιδί αυτού του τόπου, όπου κατοικεί η εθνική ελληνική μειονότητα, και να μη γνωρίζεις τους πνευματικούς παππούδες σου. Είναι αφύσικο να μην ακούς από το στόμα των παππούδων σου το παραμύθι του τόπου σου. Είναι απογοητευτικό να ζεις την αγωνία της πρώτης μέρας της δημιουργίας λες και είσαι ο Αδάμ... Μπροστά στο φάσμα της λήθης, μα και της εσκεμμένης διαστρέβλωσης των ιστορικών γεγονότων, η παράδοση ενός τόπου αποτελεί ένα ασφαλές ανάχωμα, η λαογραφία συνιστά το τελευταίο οχυρό, το δημοτικό τραγούδι γίνεται όπλο... Το ξεχωριστό στο βιβλιαράκι τούτο είναι ακριβώς ότι, ως αφορμή για τις λαογραφικές του διαδρομές, επιστρατεύει δημοτικά τραγούδια γεννημένα στον τόπο μας, τη Βόρεια Ήπειρο -το αποδεικνύουν άλλωστε τα ίδια, μέσα από ένα τοπωνύμιο, έναν τοπικό ήρωα, ένα γνωστό σε όλους γεγονός.α 22 διηγήματα της συλλογής είναι, ως επί το πλείστον, μικρές ανθρωποκεντρικές «βινιέτες», πορτρέτα χαρακτήρων με σάρκα και οστά, κι εξιστορήσεις περιστατικών ή μικρών δραμάτων πέρα για πέρα αληθινών, καθώς ξεπήδησαν από το όλο δημοσιογραφικό και λαογραφικό έργο του συγγραφέα. Ακολουθώντας μια σχεδόν χρονολογική σειρά, που αντικατοπτρίζει την εν γένει διαδρομή της αλβανικής και βορειοηπειρώτικης  κοινωνίας, τα κείμενα εκκινούν από τη ζωή στο χωριό, καταπιάνονται με περιστατικά της ζωής στην αλβανική πόλη ή κωμόπολη, δεν παραλείπουν να μιλήσουν για την ξενιτιά, και καταλήγουν στην απομυθοποίηση που νιώθει ο μετανάστης για τη σύγχρονη, τη «μοντέρνα» Ελλάδα. Προϊόν βίας ήταν η συγγραφή της συλλογής «Επιμένομε». Η σχέση Λογοτεχνικού συντάκτη  από τη μια και δημιουργών από την άλλη είχε κλονιστεί. Το επιχείρημα των δημιουργών ήταν ισχυρό. «Όταν δεν έχεις βιβλίο, δεν μπορείς να επιβάλλεσαι σ’ εμάς που έχουμε!». Πώς να αποκαλύψεις ότι βιβλίο υπάρχει, αλλά βρίσκεται θαμμένο στη ρίζα της συκιάς του κήπου;!. Για να αποφύγεις την τριβή, πατάς τον όρκο. Γράφεις βιβλίο. Με μοναδική αποστολή την ενίσχυση της θέσης του Λογοτεχνικού συντάκτη. Χωρίς να παραβιάζεις, όμως, τον προσωπικό νόμο της διπλής ζωής, ο οποίος φανερώνει τον έναν και κρύβει τον άλλον. Για να συναντήσεις  τον κρυμμένο, πρέπει να έχεις γραμματικό κλειδί. Αν το βάλεις στην κλειδωνιά και το γυρίσεις, με άλλο νόημα θα εμφανιστούν μπροστά σου οι λέξεις και οι στίχοι. Επιμένομε στην επανάσταση, έλεγε ο φανερός, μαζί με την εποχή του. Επιμένομε στην Ελληνικότητα, έλεγε ο κρυφός, ως αντίδραση στην αμφισβήτηση της εποχής.Η δημοσιογραφία δεν είναι οπωσδήποτε επάγγελμα, μπορεί να είναι και ευκαιρία ζωής. Ένα ερωτικό ραντεβού με τη Μειονότητα. Να συμμετέχεις στον καθημερινό πόλεμο του ταπεινού ανθρώπου και ταυτόχρονα να ψάχνεις το θρυλικό δέντρο του δροπολίτικου κάμπου, το σπίτι του Θωμά Σπύρου, το πεζούλι του Νάσιου Βέλιου, το όνειρο του Λευτέρη Τάλλιου, τα θηλύκια των νιφάδων του Βούρκου, τα πούλια των νιφάδων της Δρόπολης, τη γέφυρα του Τούρκου και την άλλη του Τσιμίντζη και, τόσα άλλα. Τα οποία, με τον καιρό θα αποτελέσουν την πρώτη ύλη των έργων σου, αν κάποτε αξιωθείς να γράψεις! Ήταν κι άλλος λόγος για να γίνει το δημοσιογραφικό βιβλίο: Από τα Μειονοτικά γράμματα έλλειπε αυτό το είδος γραφής. Κι έπρεπε να γίνει μια αρχή. Ταυτόχρονα, να πεις πέντε πράγματα, πέρα από τα αυστηρό πλαίσιο, έστω και έναν τίτλο: Ταξίδι στον τόπο μου. Την ώρα που τα μεγάφωνα της δικτατορίας σου υπενθύμιζαν κάθε πρωί, ότι εδώ  είσαι ερχόμενος ως ραγιάς και το χώμα δεν σου ανήκει.Τα παιδιά του ήλιου Επιμένουν στο Ταξίδι στον τόπο τους! Αν έστριβες το μαγικό κλειδί της διπλής ζωής, θα είχες μπροστά στα μάτια σου την παραπάνω πρόταση,  Ωστόσο, η νέα συλλογή, Τα παιδιά του ήλιου, δεν ήταν προϊόν της ανάγκης, αλλά ένας πειραματισμός για τη δική σου ποιητική παρουσία. Αφού  μπήκες στο χορό, ή χορεύεις ή γίνεσαι απλά, ένας θαυμαστής των χορευτών. Η βάσανος της έκδοσης, όμως, ήταν μεγαλύτερη από ότι στο Επιμένομε. Το ποίημα Παιδιά του ήλιου, το οποίο θα κρατούσε όλη τη συλλογή, θεωρήθηκε voluntariste βουλησιαρχία - θεωρία κατά την οποία η βούληση είναι η υπέρτατη αρχή που διέπει τα του κόσμου ). Τρέχα γύρευε, δηλαδή, αλλά διαγράφηκε με επισημότητα ως ακατάλληλο. Ευτυχώς, απέμεινε ανέπαφο το ποίημα Το ατέλειωτο τραγούδι, το οποίο στην εφημερίδα ΛΒ το είχαν απορρίψει ως ακατάλληλο. Ήταν ένα ποίημα με 12 ενότητες, που είχε ανασυρθεί επί τούτου από τη μνήμη και «επισκευάστηκε» για δημοσίευση. Ήταν σαν απόκριση από ψηλή κορφή, στους πολλούς αναγνώστες του ΛΒ, που σε εκείνο το δίσεκτο 1987, ρωτούσαν ανήσυχοι. Και απαντούσες με τέσσερις μικρές λέξεις:  Είμαι εδώ, μεταξύ σας! Με βασικό κριτήριο την ποιότητα της ποιητικής δημιουργίας αλλά και της άποψης ότι η ιστορία και η ποίηση εκλαμβάνονται ως ενιαίες και όχι προϊόντα καλών ή κακών εποχών, δομήθηκε η παρούσα έκδοση. Τα δημοτικά τραγούδια που ανοίγουν την ανθολογία είναι ισάξια με αντίστοιχα ανά το πανελλήνιο. Ο Σταυρινός Βεστιάρης (1610) κεντρίζει το ενδιαφέρον με το βάθος του χρόνου, το γλωσσικό χρωματισμό και την επική μορφή έκφρασης. Η σύγχρονοι ανθολογημένοι ποιητές εκπροσωπούν κατά κάποιο τρόπο διαφορετικές στάσεις ζωής και ποιητικές τεχνοτροπίες. Η ανθολογία είναι δίγλωσση. Τούτο σχετίζεται άμεσα με την παρουσία μας μπροστά στο Αλβανικό αναγνωστικό κοινό. Από την άποψη αυτή η ανθολογία συμβάλλει στην καλύτερη γνωριμία και την δημιουργία ευνοϊκότερου κλήματος.Η Ανθολογία αυτή φιλοδοξεί να καταδείξει τις ιδιαιτερότητες, αλλά και τη συνέχεια μέσα στο χρόνο, ενός συγκεκριμένου κομματιού της ελληνικής πεζογραφίας· ενός κομματιού που, καθώς διαμορφώθηκε εκτός των ελλαδικών συνόρων, υπό άλλες συνθήκες και εκκινώντας από διαφορετικούς προβληματισμούς, απέκτησε μια ξεχωριστή φυσιογνωμία. Οι ανθολογούμενοι συγγραφείς (Αθανάσιος Οικονομίδης, Μιλτιάδης Οικονομίδης, Τάσος Βιδούρης, Κατίνα Παπά, Σπύρος Τζιας, Φώτος Κυριαζάτης, Τηλέμαχος Κώτσιας, Θωμάς Στεργιόπουλος και άλλοι) καλύπτουν χρονικά ένα διάστημα μεγαλύτερο του αιώνα και πιστεύουμε ότι εκπροσωπούν επάξια τη μέχρι τώρα πεζογραφική παραγωγή της Βορείου Ηπείρου. Τα θέματα των διηγημάτων τους είναι η ξενιτιά και οι πίκρες της, οι εθνικές και θρησκευτικές αντιπαλότητες και συγκρούσεις, η αγωνία για τη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας, οι συνέπειες της ελεύθερης έκφρασης και το βάσανο της φυλακής και της εξορίας, το άγχος της μετανάστευσης και της εγκατάστασης σε νέο περιβάλλον... Τα τοπωνύμια, τα ονόματα, οι προλήψεις, οι δεισιδαιμονίες, τα ήθη, τα έθιμα, η ελληνική γλώσσα, που διατηρήθηκε τόσο καθαρή, σε πείσμα του αποχωρισμού και της απομόνωσης, δίνουν μια έντονη βορειοηπειρωτική χροιά που διακρίνεται στην παρούσα Ανθολογία από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα. Το βιβλίο απευθύνεται σε όλους τους Έλληνες αναγνώστες. Οι Βορειοηπειρώτες αναγνώστες, όμως, και προπαντός οι νεότεροι, μέσα από αυτή την Ανθολογία έχουν να διδαχθούν πολλά για τον τόπο τους.- Dëgjoni, o njerëz zemërgurë e vrasës. "Një bujk që jeta i kishte kaluar në arë dhe asnjëherë s’ kishte parë qytet me sy, iu lut të afërmve ta çonin për ta parë. Ata mprehën dy gomerë, e hypën në karrocë dhe i thanë të nisej vetë. Rrugës koha u mvrenjt kaq shumë sa gomerët nuk dallonin asgjë dhe e çuan drejt e në greminë. Kur plaku pa se s’ kishte shpëtim, iu drejtua perëndisë:  “O zot, mua që s’ kam bërë asnjë padrejtësi në jetë, pse më dërgon në greminë, të vdes pa bërë gjë? Më e keqja është se vdes jo prej kuajve krenarë as nga mushkat, por nga gomerë të trashë”! Edhe unë, pra, si ai plaku, pikëllohem sepse nuk vdes prej njerëzve të ditur e të ndershëm, por nga njerëz pa vlerë e të ligj. Ju them, o Delfiotë të poshtër, se do të preferoja të më gëlltiste Skilla ose Haribdi ose të rrëzohesha nga kataraktet e Afrikës se sa të më vrisni kështu, pa asnjë shkak dhe në mënyrë të pandershme. Mallkuar qofshi! Betohem te perënditë, se po vdes padrejtësisht. Ta dini se kanë për të më dëgjuar dhe uroj t’ ju japin dënimin e merituar".Delfiotët e hodhën në greminë.Nuk kaloi shumë kohë dhe në qytetin e Delfit ra një  sëmundje e madhe. Delfiotët, të shqetësuar shumë, shkuan te orakujt. Atje u thanë, se duhet të pastronin shpirtin nga vdekja e Ezopit! Kështu, Delfiotët ngritën një përmendore për nder të Ezopit Τίρανα, φθινόπωρο του 1997. Οι σφαίρες από τα καλάσνικοφ βρίσκουν εύκολα το στόχο τους ανάμεσα σε αστυνομικούς, μαφιόζους και ανυποψίαστους πολίτες. Σε μια εποχή όπου οι δολοφονίες δεν αποτελούν έκτακτη είδηση, η 

 

 

Μετάφραση: Ανδρέας Ζαρμπαλάς

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

 

 ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ (προσεχός)

 

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΣΤΑΜΝΑΣ 

Η Μπαλάντα της Στάμνας είναι το τρίτο βιβλίο της έμμετρης τριλογίας για την προσωπογραφία της Μειονότητας. Το πρώτο είναι η συλλογή «101ποιήματα για μια χούφτα τόπο», το οποίο αποτυπώνει την αγωνία της Μειονότητας, τη στάση, τη συμπεριφορά, την αθόρυβη προσπάθειά της για επιβίωση, αλλά και τη διάβρωσή της μέσα στο βαρύ κλίμα της δικτατορίας. Το δεύτερο βιβλίο, είναι η συλλογή «Ραβδομάντης», το οποίο καταγράφει τη μοίρα της Μειονότητας στην εποχή της πολυπόθητης δημοκρατίας. Ελεύθερη πια, η μισή δρασκέλησε το κατώφλι και πήρε το δρόμο για την Ελλάδα.  Η Μειονότητα έχασε την καρδιά της. Την αναζήτηση της χαμένης καρδιάς πραγματεύεται το τρίτο βιβλίο, που αυτή τη φορά είναι μια ποιητική σύνθεση. Ο ποιητής - πρωταγωνιστής της σύνθεσης, ως αδέσμευτη και ανεξάρτητη ύπαρξη, ξεκινάει την μεγάλη περιπέτεια αναζήτησης της καρδιάς στον τόπο και στο χρόνο. Τη βρίσκει ως μια σπασμένη στάμνα, την ταχτοποιεί και την τοποθετεί στην ψηλότερη πνευματική κορφή, για να μην απειλείται από την διάβρωση. 2015 - ΔΡΥΣ                                                                                                                 

 

101 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΤΟΠΟ 

Πρόκειται για έναν κόσμο, που μας αιφνιδιάζει. Όχι πως μας ήταν ανέκαθεν γνωστός. Αντίθετα, κάποτε μας ήταν πολύ οικείος, αλλά εδώ και ογδόντα περίπου χρόνια – κοντά τρεις γενιές – είχε αποκοπεί από τον ελληνικό κορμό και είχε υποχρεωθεί αρχικά σε πλήρη στασιμότητα – λες και είχε παγώσει ο χρόνος – και ύστερα, για σαράντα χρόνια είχε στερηθεί από κάθε επικοινωνία, αφού κατά μήκος των συνόρων είχαν υψωθεί φράχτες με ηλεκτροφόρα σύρματα. Ποιοι τους θυμόντουσαν από μας που είχαμε γείρει από τούτο το πλευρό «ανίδεοι και χορτάτοι;». Κι ακόμα πιο πολύ: ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι μέσα σε κείνη την πνιγερή απομόνωση, την καταπίεση και την αθλιότητα, η ελληνική γλώσσα είχε κατορθώσει όχι μονάχα να επιζήσει, αλλά και να επιτελεί την πιο ακραία και την πιο φίνα λειτουργία της, που είναι η ποιητική λειτουργία; Και μάλιστα για να εκφράσει όχι μόνο τη δυστυχία , αλλά και τα «κινήματα της ψυχής», τα όνειρα και το παράπονο και την αξιοπρέπεια ενός λαού, που ξένοι και δικοί σχεδόν τον είχαν λησμονήσει.  1992 - ΠΟΛΥΤΥΠΟ                                                                                     

                                                                                                                  

 

 

 

 

ΡΑΒΔΟΜΑΝΤΗΣ 

O Ραβδομάντης εκτελεί την ίδια αποστολή, όπως και τα προηγούμενα βιβλία: Ακολουθεί βήμα – βήμα τη μοίρα της Ελληνικής Μειονότητας στην κρισιμότερη καμπή του βίου της. Τα βουνά ακούνε ολοένα και πιο αραιά το όνομά τους. Τα ποτάμια κυλούν άσκοπα και δεν ξεδιψούν τους κάμπους. Η ερημιά καταβροχθίζει την πρασινάδα. Η μικρή Μειονότητα στην προσπάθειά της να φυτρώσει σε άλλα χώματα, αγνοεί τον κίνδυνο της εξαφάνισης ως ξεχωριστή πολιτισμική οντότητα. Από άποψη τεχνοτροπίας, ο Ραβδομάντης φιλοδοξεί να φέρει κοντά το ποιητικό προϊόν της Μειονότητας με το ποιητικό προϊόν της Ελλάδας. Στα χρόνια της απομόνωσης κάπου χάθηκε η επαφή τους και το χάσμα δημιουργήθηκε βαθύ. Η «αργοπορημένη» ποίηση της Μειονότητας έπρεπε να ταχύνει το βηματισμό για να συναντήσει την ποίηση της Ελλάδας. Με άσβηστη την έγνοια, όμως, να κρατήσει τα στοιχεία της, που της προσδίδουν τον χρωματισμό και την ιδιαιτερότητα και να γίνει ισάξιο μέρος της ευρύτερης ποιητικής εικόνας της Ελλάδας.  2009 - Argjiro

 

 

 ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ (Κυκλοφορεί)

 ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ 

Η ΚΑΣΤΑΝΙΑ ΤΗΣ ΝΥΦΗΣ 

 -Σου είπα και σου λέγω, παλιο-ντόσα, ότι εγώ γνώμη από τε σένα δε θέλω. Να τη δώκομε στο παιδί του Ψάθα, ε, που δεν έχει ψωμί να φάει. Άλλη φορά να μην μου ξαναπείς τέτοιο λόγο, γιατί σε μεσοκόβω. Αύριο το πουρνό να του στείλεις χαμπέρι, ότι την κοπέλα μου δεν τη δίνω και ας κοιτάξει τη δουλειά του. Την κοπέλα μου θα τη δώκω στο παιδί του Κοράκη, που είναι πρώτος νοικοκύρης.

 -Καλά, εγώ σήμερα, όταν έφυγε η προξενήτρα, ρώ­τησα την κοπέλα μας και μου είπε ότι πάει και πνίγεται και το παιδί του Κοράκη δεν το παίρνει άντρα.

 -Εγώ αυτή δεν τη ρωτώ καθόλου. Να το ξέρεις κι εσύ κι αυτή ότι θα γίνει εκείνο, που λέω εγώ και όχι εκείνο που λέτε εσείς. Και ο ουρανός να γυρίσει, αλλιώς δε γένεται. Την κοπέλα μου θα τη δώκω στο γιο του Κοράκη, δουλειά τελειωμένη. 2015 - ΔΡΥΣ

 

(ΜΕΤΑΓΛΩΤΤΙΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΕΥΟΥΣΑ)

 

 

 

 

Ο ΑΛΛΟΣ ΧΑΡΤΗΣ

... στους Οθωνούς βρήκαν καταφύγιο κάποιες οικογένειες από το εξαφανισμένο πια Ντερζιό. Ο Ανέστης από τη Δίβρη, οδηγός στο επάγγελμα και κοντά στα εβδομήντα του, αφηγείται μια ιστορία, που την είχε ακούσει από τον πατέρα του. Ο πατέρας του, νεαρό παιδί τότε, πήγε στην Κέρκυρα να μάθει την τέχνη του ράφτη. Μια Κυριακή το αφεντικό τον πήρε στη βάρκα και φτάσανε στους Οθωνούς. Στο λιμανάκι συναντήσανε μια γριά άνω των 90 ετών. Λέει το αφεντικό στη γριά, που ήταν γνωστή του: "Γιαγιά, σου έφερα ένα πατριωτάκι σου". Η κουβέντα γύρισε στους πικρούς καιρούς της καταστροφής του Ντερζιού. Αυτή καταγότανε από το σόι των Παρπούδων. Οι Παρπούδες ήταν δύο αδέρφια. Ο ένας εγκαταστάθηκε στη Δίβρη (μπήκε γαμπρός και από τότε άλλαξε το επώνυμό του), ενώ ο άλλος βγήκε στους Οθωνούς μαζί με την οικογένειά του, δηλαδή και με τη γριά η οποία τότε ήταν τριών χρονών. Η γριά του είπε ότι η εκκλησία του χωριού της ήταν της Γέννησης της Θεοτόκου και γιόρταζε στις 8 Σεπτέμβρη. Κι ακόμα ότι πίσω από την εκκλησία υπήρχε ένα βαθύ πηγάδι. Εκεί ρίξανε τα κειμήλια κι άλλα πράγματα αξίας την ώρα που φεύγανε...  2004 - Πολύτυπο

 

 

 

 

 

AIMOΣ - ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ (Συλλογικό έργο) 

Παρά το γεγονός ότι στα Βαλκάνια υπάρχει μια πλούσια ποιητική παράδοση, αγνοείται σχεδόν στο σύνολό της από τους βαλκανικούς λαούς. Ο ανά χείρας τόμος, ο οποίος κυκλοφορεί ταυτόχρονα σε εφτά βαλκανικές γλώσσες και έχει σκοπό να βοηθήσει στην καλύτερη γνωριμία αυτής της παράδοσης δημιουργώντας μια γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ των βαλκανικών λαών, είναι το αποτέλεσμα της δουλειάς εκατό και πλέον ανθρώπων σε όλα τα Βαλκάνια, η οποία άρχισε πριν από αρκετά χρόνια. Το αναφέρουμε στην αρχή αυτού του σημειώματος για να τονίσουμε ότι το εν λόγω έργο ενέπνευσε και κινητοποίησε πολλούς ανθρώπους και σε μεγάλη διάρκεια. Η επιμονή αυτή δεν μπορεί να είναι τυχαία. 2006 - οι  φίλοι  του  περιοδικού  "Αντί"

 

   

 

 

 

 

ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ 

Είναι παράλογο να είσαι παιδί αυτού του τόπου, όπου κατοικεί η εθνική ελληνική μειονότητα, και να μη γνωρίζεις τους πνευματικούς παππούδες σου. Είναι αφύσικο να μην ακούς από το στόμα των παππούδων σου το παραμύθι του τόπου σου. Είναι απογοητευτικό να ζεις την αγωνία της πρώτης μέρας της δημιουργίας λες και είσαι ο Αδάμ... Μπροστά στο φάσμα της λήθης, μα και της εσκεμμένης διαστρέβλωσης των ιστορικών γεγονότων, η παράδοση ενός τόπου αποτελεί ένα ασφαλές ανάχωμα, η λαογραφία συνιστά το τελευταίο οχυρό, το δημοτικό τραγούδι γίνεται όπλο... Το ξεχωριστό στο βιβλιαράκι τούτο είναι ακριβώς ότι, ως αφορμή για τις λαογραφικές του διαδρομές, επιστρατεύει δημοτικά τραγούδια γεννημένα στον τόπο μας, τη Βόρεια Ήπειρο -το αποδεικνύουν άλλωστε τα ίδια, μέσα από ένα τοπωνύμιο, έναν τοπικό ήρωα, ένα γνωστό σε όλους γεγονός. 2007 - ροές

 

 

 

 

 

Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ ΑΛΚΙΝΟΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΉΜΑΤΑ 

Τα 22 διηγήματα της συλλογής είναι, ως επί το πλείστον, μικρές ανθρωποκεντρικές «βινιέτες», πορτρέτα χαρακτήρων με σάρκα και οστά, κι εξιστορήσεις περιστατικών ή μικρών δραμάτων πέρα για πέρα αληθινών, καθώς ξεπήδησαν από το όλο δημοσιογραφικό και λαογραφικό έργο του συγγραφέα. Ακολουθώντας μια σχεδόν χρονολογική σειρά, που αντικατοπτρίζει την εν γένει διαδρομή της αλβανικής και βορειοηπειρώτικης  κοινωνίας, τα κείμενα εκκινούν από τη ζωή στο χωριό, καταπιάνονται με περιστατικά της ζωής στην αλβανική πόλη ή κωμόπολη, δεν παραλείπουν να μιλήσουν για την ξενιτιά, και καταλήγουν στην απομυθοποίηση που νιώθει ο μετανάστης για τη σύγχρονη, τη «μοντέρνα» Ελλάδα. 2008 - ροές

 

 

 

 

 

 

ΕΠΙΜΕΝΟΜΕ 

Προϊόν βίας ήταν η συγγραφή της συλλογής «Επιμένομε». Η σχέση Λογοτεχνικού συντάκτη  από τη μια και δημιουργών από την άλλη είχε κλονιστεί. Το επιχείρημα των δημιουργών ήταν ισχυρό. «Όταν δεν έχεις βιβλίο, δεν μπορείς να επιβάλλεσαι σ’ εμάς που έχουμε!». Πώς να αποκαλύψεις ότι βιβλίο υπάρχει, αλλά βρίσκεται θαμμένο στη ρίζα της συκιάς του κήπου;!. Για να αποφύγεις την τριβή, πατάς τον όρκο. Γράφεις βιβλίο. Με μοναδική αποστολή την ενίσχυση της θέσης του Λογοτεχνικού συντάκτη. Χωρίς να παραβιάζεις, όμως, τον προσωπικό νόμο της διπλής ζωής, ο οποίος φανερώνει τον έναν και κρύβει τον άλλον. Για να συναντήσεις  τον κρυμμένο, πρέπει να έχεις γραμματικό κλειδί. Αν το βάλεις στην κλειδωνιά και το γυρίσεις, με άλλο νόημα θα εμφανιστούν μπροστά σου οι λέξεις και οι στίχοι. Επιμένομε στην επανάσταση, έλεγε ο φανερός, μαζί με την εποχή του. Επιμένομε στην Ελληνικότητα, έλεγε ο κρυφός, ως αντίδραση στην αμφισβήτηση της εποχής.  1981 - 8 Νοέμβρη 

 

 

 

 

ΤΑΞΙΔΗ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΟΥ 

Η δημοσιογραφία δεν είναι οπωσδήποτε επάγγελμα, μπορεί να είναι και ευκαιρία ζωής. Ένα ερωτικό ραντεβού με τη Μειονότητα. Να συμμετέχεις στον καθημερινό πόλεμο του ταπεινού ανθρώπου και ταυτόχρονα να ψάχνεις το θρυλικό δέντρο του δροπολίτικου κάμπου, το σπίτι του Θωμά Σπύρου, το πεζούλι του Νάσιου Βέλιου, το όνειρο του Λευτέρη Τάλλιου, τα θηλύκια των νιφάδων του Βούρκου, τα πούλια των νιφάδων της Δρόπολης, τη γέφυρα του Τούρκου και την άλλη του Τσιμίντζη και, τόσα άλλα. Τα οποία, με τον καιρό θα αποτελέσουν την πρώτη ύλη των έργων σου, αν κάποτε αξιωθείς να γράψεις! Ήταν κι άλλος λόγος για να γίνει το δημοσιογραφικό βιβλίο: Από τα Μειονοτικά γράμματα έλλειπε αυτό το είδος γραφής. Κι έπρεπε να γίνει μια αρχή. Ταυτόχρονα, να πεις πέντε πράγματα, πέρα από τα αυστηρό πλαίσιο, έστω και έναν τίτλο: Ταξίδι στον τόπο μου. Την ώρα που τα μεγάφωνα της δικτατορίας σου υπενθύμιζαν κάθε πρωί, ότι εδώ  είσαι ερχόμενος ως ραγιάς και το χώμα δεν σου ανήκει. 1985 - ΝΑΙΜ ΦΡΑΣΕΡΙ

 

 

 

 

ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ 

Τα παιδιά του ήλιου Επιμένουν στο Ταξίδι στον τόπο τους! Αν έστριβες το μαγικό κλειδί της διπλής ζωής, θα είχες μπροστά στα μάτια σου την παραπάνω πρόταση,  Ωστόσο, η νέα συλλογή, Τα παιδιά του ήλιου, δεν ήταν προϊόν της ανάγκης, αλλά ένας πειραματισμός για τη δική σου ποιητική παρουσία. Αφού  μπήκες στο χορό, ή χορεύεις ή γίνεσαι απλά, ένας θαυμαστής των χορευτών. Η βάσανος της έκδοσης, όμως, ήταν μεγαλύτερη από ότι στο Επιμένομε. Το ποίημα Παιδιά του ήλιου, το οποίο θα κρατούσε όλη τη συλλογή, θεωρήθηκε voluntariste ( βουλησιαρχία - θεωρία κατά την οποία η βούληση είναι η υπέρτατη αρχή που διέπει τα του κόσμου ). Τρέχα γύρευε, δηλαδή, αλλά διαγράφηκε με επισημότητα ως ακατάλληλο. Ευτυχώς, απέμεινε ανέπαφο το ποίημα Το ατέλειωτο τραγούδι, το οποίο στην εφημερίδα ΛΒ το είχαν απορρίψει ως ακατάλληλο. Ήταν ένα ποίημα με 12 ενότητες, που είχε ανασυρθεί επί τούτου από τη μνήμη και «επισκευάστηκε» για δημοσίευση. Ήταν σαν απόκριση από ψηλή κορφή, στους πολλούς αναγνώστες του ΛΒ, που σε εκείνο το δίσεκτο 1987, ρωτούσαν ανήσυχοι. Και απαντούσες με τέσσερις μικρές λέξεις:  Είμαι εδώ, μεταξύ σας!   1989 - ΝΑΙΜ ΦΡΑΣΕΡΙ 

 

 

 

 

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ (δίγλωσση) 

Με βασικό κριτήριο την ποιότητα της ποιητικής δημιουργίας αλλά και της άποψης ότι η ιστορία και η ποίηση εκλαμβάνονται ως ενιαίες και όχι προϊόντα καλών ή κακών εποχών, δομήθηκε η παρούσα έκδοση. Τα δημοτικά τραγούδια που ανοίγουν την ανθολογία είναι ισάξια με αντίστοιχα ανά το πανελλήνιο. Ο Σταυρινός Βεστιάρης (1610) κεντρίζει το ενδιαφέρον με το βάθος του χρόνου, το γλωσσικό χρωματισμό και την επική μορφή έκφρασης. Η σύγχρονοι ανθολογημένοι ποιητές εκπροσωπούν κατά κάποιο τρόπο διαφορετικές στάσεις ζωής και ποιητικές τεχνοτροπίες. Η ανθολογία είναι δίγλωσση. Τούτο σχετίζεται άμεσα με την παρουσία μας μπροστά στο Αλβανικό αναγνωστικό κοινό. Από την άποψη αυτή η ανθολογία συμβάλλει στην καλύτερη γνωριμία και την δημιουργία ευνοϊκότερου κλήματος. 2006 - Argjiro

 

 

 

 

 

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ 

Η Ανθολογία αυτή φιλοδοξεί να καταδείξει τις ιδιαιτερότητες, αλλά και τη συνέχεια μέσα στο χρόνο, ενός συγκεκριμένου κομματιού της ελληνικής πεζογραφίας· ενός κομματιού που, καθώς διαμορφώθηκε εκτός των ελλαδικών συνόρων, υπό άλλες συνθήκες και εκκινώντας από διαφορετικούς προβληματισμούς, απέκτησε μια ξεχωριστή φυσιογνωμία.

Οι ανθολογούμενοι συγγραφείς (Αθανάσιος Οικονομίδης, Μιλτιάδης Οικονομίδης, Τάσος Βιδούρης, Κατίνα Παπά, Σπύρος Τζιας, Φώτος Κυριαζάτης, Τηλέμαχος Κώτσιας, Θωμάς Στεργιόπουλος και άλλοι) καλύπτουν χρονικά ένα διάστημα μεγαλύτερο του αιώνα και πιστεύουμε ότι εκπροσωπούν επάξια τη μέχρι τώρα πεζογραφική παραγωγή της Βορείου Ηπείρου.

Τα θέματα των διηγημάτων τους είναι η ξενιτιά και οι πίκρες της, οι εθνικές και θρησκευτικές αντιπαλότητες και συγκρούσεις, η αγωνία για τη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας, οι συνέπειες της ελεύθερης έκφρασης και το βάσανο της φυλακής και της εξορίας, το άγχος της μετανάστευσης και της εγκατάστασης σε νέο περιβάλλον... Τα τοπωνύμια, τα ονόματα, οι προλήψεις, οι δεισιδαιμονίες, τα ήθη, τα έθιμα, η ελληνική γλώσσα, που διατηρήθηκε τόσο καθαρή, σε πείσμα του αποχωρισμού και της απομόνωσης, δίνουν μια έντονη βορειοηπειρωτική χροιά που διακρίνεται στην παρούσα Ανθολογία από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα.

Το βιβλίο απευθύνεται σε όλους τους Έλληνες αναγνώστες. Οι Βορειοηπειρώτες αναγνώστες, όμως, και προπαντός οι νεότεροι, μέσα από αυτή την Ανθολογία έχουν να διδαχθούν πολλά για τον τόπο τους. 2007 - ροές

 

 

 

 

EZOPI - DHELPRA DHE RRUSHTE 

  (ΑΙΣΩΠΟΣ - Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ) - μετάφραση 

- Dëgjoni, o njerëz zemërgurë e vrasës. "Një bujk që jeta i kishte kaluar në arë dhe asnjëherë s’ kishte parë qytet me sy, iu lut të afërmve ta çonin për ta parë. Ata mprehën dy gomerë, e hypën në karrocë dhe i thanë të nisej vetë. Rrugës koha u mvrenjt kaq shumë sa gomerët nuk dallonin asgjë dhe e çuan drejt e në greminë. Kur plaku pa se s’ kishte shpëtim, iu drejtua perëndisë:  “O zot, mua që s’ kam bërë asnjë padrejtësi në jetë, pse më dërgon në greminë, të vdes pa bërë gjë? Më e keqja është se vdes jo prej kuajve krenarë as nga mushkat, por nga gomerë të trashë”! Edhe unë, pra, si ai plaku, pikëllohem sepse nuk vdes prej njerëzve të ditur e të ndershëm, por nga njerëz pa vlerë e të ligj. Ju them, o Delfiotë të poshtër, se do të preferoja të më gëlltiste Skilla ose Haribdi ose të rrëzohesha nga kataraktet e Afrikës se sa të më vrisni kështu, pa asnjë shkak dhe në mënyrë të pandershme. Mallkuar qofshi! Betohem te perënditë, se po vdes padrejtësisht. Ta dini se kanë për të më dëgjuar dhe uroj t’ ju japin dënimin e merituar".

Delfiotët e hodhën në greminë.Nuk kaloi shumë kohë dhe në qytetin e Delfit ra një  sëmundje e madhe. Delfiotët, të shqetësuar shumë, shkuan te orakujt. Atje u thanë, se duhet të pastronin shpirtin nga vdekja e Ezopit! Kështu, Delfiotët ngritën një përmendore për nder të Ezopit. 2001 - Tiranë

 

 

 

 

 

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΔΑΜΟΚΛΕΟΥΣ (μετάφραση) 

Τίρανα, φθινόπωρο του 1997. Οι σφαίρες από τα καλάσνικοφ βρίσκουν εύκολα το στόχο τους ανάμεσα σε αστυνομικούς, μαφιόζους και ανυποψίαστους πολίτες. Σε μια εποχή όπου οι δολοφονίες δεν αποτελούν έκτακτη είδηση, η αυτοκτονία του Ρ. Γκ., γόνου πλούσιας οικογένειας, δεν ξαφνιάζει κανέναν.

Ένα ημερολόγιο ρίχνει φως στο προσωπικό δράμα του αυτόχειρα: η κηδεία της μητέρας του την ίδια μέρα με την κηδεία του "Μεγάλου Κύκλωπα" Εμβέρ Χότζα· το σπίτι του πατέρα του -φυλακή πολυτελείας· ο έρωτάς του για τη Λίντα, την κόρη του διαβόητου ανακριτή Βαλμίρ Δ.· η ομολογία ενός εγκλήματος χωρίς κίνητρο και χωρίς θύμα· ο Δαμοκλής, η σβησμένη μνήμη του.

Η βασανισμένη μορφή του αρχαίου Δαμοκλή, με το σπαθί να κρέμεται απειλητικά πάνω από το κεφάλι του, θα γίνει ο μόνιμος εφιάλτης του. Ψυχολογικό δράμα καφκικής ατμόσφαιρας, οδοιπορικό σε μια χώρα αμήχανη ανάμεσα στο ένοχο παρελθόν της και στο άναρχο παρόν της, το μυθιστόρημα του διακεκριμένου σύγχρονου Αλβανού συγγραφέα Φάτος Κονγκόλι ψηλαφίζει τον κόσμο της πραγματικότητας και των φαντασιώσεων, εκεί όπου συναντώνται η υπαρξιακή αγωνία, με τη σύγχρονη πολιτική ιστορία. 2005 - Κέδρος

 

 

 

 

 

Η ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΙΩΝ   (μετάφραση) 

Η πρώτη γνωριμία με τη λυρική σύνθεση Η Κυρά των Αμπελιών του Γιάννη Ρίτσου έγινε μέσα από τα τραγούδια του Κύπριου συνθέτη Γ. Κοτσώνη. Ήταν τότε τα πέτρινα χρόνια. Ο συντοπίτης Δώρης Κυριαζής, φοιτητής στο Αριστοτέλειο της Θεσσαλονίκης, (Καθηγητής σήμερα στο ίδιο πανεπιστήμιο) το καλοκαίρι του 1984 έφερε το ίδιο το βιβλίο. Πέρασε από πολλά χέρια Ελλήνων ποιητών, αλλά έπρεπε να περάσει και από χέρια Αλβανών δημιουργών και πιστών φίλων του μεγάλου ποιητή. Έτσι άρχισε ο επίπονος αγώνας της μετάφρασης, που κράτησε 15 ολόκληρα χρόνια. Ο εκδότης Γ. Μάλλιος, του Εκδοτικού Νεράιδα στα Τίρανα, φανατικός φίλος και ο ίδιος της ποίησης του Ρίτσου, έριξε όλο το μεράκι και την αγάπη του στο σχεδιασμό του βιβλίου και στο εξώφυλλο. Από τότε, σε κάθε έκθεση βιβλίου, που διοργανώνεται στα Τίρανα ή αλλού, Η Κυρά των των Αμπελιών έχει την τιμητική της. 2009 – neraida

 

 

 

 

 

MOS E SHIKO FUNDIN E DETIT -

  Μην κοιτάζεις τον πυθμένα της θάλασσας  (Ανθολόγιο ποίησης στην αλβανική)

Andrea Zarballa ka shkruar dhe botuar në greqisht. Libri poetik Mos e shiko fundin e detit është prezantimi i tij i parë në letrat shqipe, pas cikleve të ndryshme në revista e gazeta letrare. Eshtë një përmbledhje poezish prej vëllimeve në greqisht si  Fëmijë të diellit, 101 vjersha për një copë tokë, Metalkërkuesi, si dhe krijime të reja, të pabotuara. Lexuesi shqipfolës, duke çfletuar këtë libër, mund të formojë një ide të plotë lidhur me tematikën, perceptimin poetik, mjetet shprehëse, etj. të krijuesit. Poeti Agim Mato, i cili është njëkohesisht edhe botuesi i librit, shënoi se çdo poezi është një organizëm me vete, një enë e plotëruar ku ai derdh në masën që duhet, në përzjerjen që duhet lendën e shpirtit të vetë, ndërsa kritiku Prof. Fatmir Terziu, ka shkruar se poezinë e A.Z. e lexojmë në majën e pjekurisë.

 

 

 

 

 

 

Cookie Policy

This site uses cookies to store information on your computer.

Do you accept?