Ο ποιητής και ο άνεμος

ποιητής

 

Η πάλη του ανθρώπου με τον άνεμο, σίγουρα είναι απ’ αυτές που τις λέμε άνισες.

Να ’σαι στη στροφή του Γεωργουτσατιού Κυριακή μεσημέρι, εντελώς μόνος, γιατί η εντολή του θεού λέει πως ο άνθρωπος αυτή τη μέρα κι αυτή την ώρα πρέπει να απολαμβάνει τη θαλπωρή της οικογένειας, να περιμένεις αυτοκίνητο και αυτοκίνητο να μην έρχεται. Ο άνεμος να φυσάει θυμωμένα, πεισματικά και να μάχεται σώνει και καλά να σου τρίψει τη μούρη στην άσφαλτο. Ε, θέλοντας και μη, κάτω από τέτοιες συνθήκες, σε κυριεύουν σκέψεις ηττοπάθειας.

Ένα πεζούλι όλο και όλο στην άκρη του δρόμου δηλώνει ανήμπορο να σε προστατέψει. Ρίχνεσαι από την άλλη μεριά με την ιδέα ότι θα κρυφτείς, αλλά τότε είναι που την παθαίνεις. Πέρα από τον ανοιχτό κάμπο έρχεται ο άνεμος χοροπηδώντας και σε στριμώχνει στο πεζούλι σα να σου επιτίθενται μεμιάς δέκα κριάρια, απ’ αυτά με τεράστια στριφτά κέρατα. Τελικά τα χάνεις. Δεν μπορείς να καταλάβεις τι έχει στο νου του αυτός ο τρελός άνεμος του Μάρτη, που έτσι, στα καλά καθούμενα, τα έβαλε με σένα!

Απελπισμένος, πετιέσαι ξανά από την άλλη πλευρά και, ω του θαύματος, στην άκρη του δρόμου βλέπεις ένα συνάνθρωπό σου να ταλαιπωρείται κι αυτός αλύπητα. Μα πούθε εμφανίστηκε έτσι ξαφνικά; Σίγουρα ο άνεμος τον έφερε. Τον φαντάζεσαι να τον έχει πιασμένο από το σβέρκο και, καθώς τον σέρνει πάνω από βουνά και κάμπους, εκείνος να του γλιστράει και να προσγειώνεται, ευτυχώς ομαλά, στην άκρη του δρόμου.

Μικρόσωμος ο συμπάσχων, αλλά με δυο φωτογραφικά απαράτ περασμένα σταυρωτά στο στήθος σαν οι αντάρτες τ’ άρματα και ένα άλλο στο χέρι. Καταγής είχε μια τσάντα πέτσινη, που από μακριά φάνταζε βαριά. Αυτά τα σύνεργα θα ’ταν που κούρασαν το χέρι του ανέμου κι έτσι εκείνος μπόρεσε να του ξεφύγει και να προσγειωθεί στη στροφή του Γεωργουτσατιού.

Είχαν περάσει πάνω από δύο ώρες κι όλα έδειχναν πως ο άνεμος θα έβγαινε νικητής.

Ευτυχώς ένα στρατιωτικό καμιόνι, σκεπασμένο με μουσαμά, ήρθε την κατάλληλη στιγμή και έσωσε την τιμή και την υπόληψη του ανθρώπου. Σκαρφαλώσαμε και οι δύο σαν οι σκίουροι και πιάσαμε θέση στα μακρουλά σανιδένια καθίσματα, κάπως μακριά ο ένας από τον άλλον και χωρίς να ανταλλάξουμε κουβέντα, όπως δεν ανταλλάξαμε και τις δύο και πλέον ώρες που ο άνεμος μας έδερνε με το ρόπαλο.

Εγωιστής που είναι τέλος πάντων ο άνθρωπος!

Το καμιόνι γουργούριζε κι έτρεχε στην ανηφόρα λες και κάπου εδώ κοντά είχε ανάψει ο πόλεμος. Στρατιωτικό όχημα ήταν, σπαθάτο, ετοιμοπόλεμο, δεν ήταν κανένα λασπωμένο ανατρεπόμενο της Επιχείρησης Οδοποιίας. Κι επειδή οι στροφές ήταν απότομες και η σανίδα, εδώ που τα λέμε, δεν είναι και το καλύτερο κάθισμα, προσπαθείς να βελτιώσεις τη θέση σου, τοποθετώντας έστω και μια εφημερίδα. Αυτό ήταν. Ο συνάνθρωπός σου βλέπει την κίνηση που κάνεις, διαπιστώνει πως η εφημερίδα είναι η γνωστή λογοτεχνική εφημερίδα «Φως» και σε παρακαλεί, αν έχεις την καλοσύνη, να της ρίξει μια πεταχτή ματιά. Ούτε λόγος. Με τόσα απαράτ, άλλα σταυρωτά και άλλα στο χέρι, σου επιβάλλεται ο άλλος. Κι ο συνάνθρωπός σου, αν και κουνιόταν σα να χόρευε ροκ καθιστός, ξεφύλλιζε την εφημερίδα, ενώ εσύ άκουγες τον άνεμο που χτυπούσε τον μουσαμά του οχήματος και δεν σου έβγαινε από το μυαλό πως για να σε ακολουθεί από στροφή σε στροφή κι από χαράδρα σε χαράδρα, σίγουρα κάτι θα’ χει μαζί σου.

Κάποια στιγμή ο άγνωστος συνεπιβάτης τελείωσε την ανάγνωσή του, αν ήταν ανάγνωση εκείνη, και σου επιστρέφει την εφημερίδα μαζί με ένα ευγενικότατο «ευχαριστώ», αλλά με την ευκαιρία, μια που έσπασε κι ο τρίωρος πάγος, το πάει και παραπέρα.

-Συγγνώμη, ποιο είναι το όνομά σας;

Του λες το όνομα.

Τα μάτια του συνεπιβάτη γεμίζουν απότομα φως. Σε φιλοδωρεί, μάλιστα, και μ’ ένα θερμό χαμόγελο. Σηκώνεται ολίγον και σου δίνει και το χέρι. Εσύ μένεις αμήχανος.

Την ίδια στιγμή συντελείται και η αλλαγή φρουράς της γλώσσας.

-Σας γνωρίζω, λέει, στα ελληνικά. Εξ αποστάσεως, που λένε. Σας διαβάζω!

Και σπεύδει να συστηθεί.

Τότε είναι που εσύ, το ταπεινό ον, μένεις άναυδος. Απέναντί σου στέκει ένας από τους σπουδαιότερους, τους παραγωγικότερους ποιητές της χώρας. Οι ποιητικές του συλλογές είχαν ξεπεράσει προ πολλού τα ψυχολογικά φράγματα. Πόσες είχαν γίνει; Δέκα; Δεκαπέντε;

Οι αναγνώστες κι ο θεός είχαν χάσει το μέτρο και τη σειρά.

Δεν πάει να φυσάει όσο θέλει ο πεισματάρης άνεμος. Εσύ ευλογείς τη στιγμή, που αξιώθηκες να βρεθείς τόσο κοντά με μια από της κορυφές της ποίησης. Τον κοιτάς με θαυμασμό και καταβροχθίζεις κάθε του λόγο για την ποίηση, για τα πολλά ταξίδια του στη χώρα, για τις πολιτείες, τους κάμπους, τα μουσεία, τα μνημεία, που έτυχαν στο δρόμο του και μπήκαν στην ποίησή του.

Το καμιόνι είχε αφήσει πίσω το Γαρδικάκι και κατηφόριζε προς το Δέλβινο. Κοντά στο στρατιωτικό τμήμα πήρε τη στροφή. Είχε φτάσει στον προορισμό του. Ριχτήκαμε ξανά σαν σκίουροι, μα απ’ εδώ και πέρα, νοιώθεις την ανάγκη να τεθείς στην υπηρεσία του ποιητή, να του διευκολύνεις τα δρομολόγια, τα ξενοδοχεία, τις επαφές με διάφορους ανθρώπους. Παίρνουμε το υπεραστικό και, πιασμένοι με το ένα χέρι από τα τσιγκέλια του, παίρνεις το θάρρος και τον ρωτάς:

-Και σήμερα; Τι περιέχει το πρόγραμμά σας για σήμερα;

-Στο Βούρκο θα πάω. Όπως βλέπεις, κατάφερα να βγάλω ένα ταξίδι από το περιοδικό κι ήρθα να τον καθρεφτίσω μέσα από έγχρωμες φωτογραφίες.

Και ποιος εντός και εκτός της χώρας δεν γνώριζε τη φήμη του εν λόγω περιοδικού; Επιτέλους, κάτι θα αναφέρονταν και για τον κάμπο μας, για τα στάρια του και τα καλαμπόκια του για τους δουλευταράδες Βουρκαριανούς, για το θρυλικό ποτάμι. Και το σπουδαιότερο, όλα αυτά θα καθρεφτίζονταν από έναν άνθρωπο, που γνώριζε την περιοχή από πρώτο χέρι. Δεκάδες ήταν τα ποιήματα που είχε αφιερώσει στο Βούρκο, τον οποίο τον έβρισκε αναγεννημένο και, μόνον το όνομα του, έλεγε, έχασκε στον ήλιο σαν αχυροκαλύβα χωρίς σκεπή. Δεν υπήρξε ποιητική συλλογή του που να μην εμπεριείχε από δύο και από τρία ποιήματα. Ακόμα και μεγάλη ποιητική σύνθεση είχε γράψει για τον κάμπο μας. Και θρύλους είχε επινοήσει ακόμα, με σβέλτους, ηχηρούς δεκαπεντασύλλαβους. Σίγουρα θα τον είχε πατήσει με τη σπιθαμή τον κάμπο και την περιοχή του Βούρκου.

Ο ποιητής διέκοψε κάποια στιγμή τον ποιητικό του λόγο και ρώτησε σοβαρά:

-Δεν μου λέτε, από πού μπορώ να πάω στο Βούρκο;
Εσύ δεν πιστεύεις στ’ αυτιά σου. Αυτό που άκουσες δεν ήταν κεραυνός. Δεν ήταν και σκάσιμο κάποιου λάστιχου του υπεραστικού λεωφορείου. Ο ποιητής βλέπει που στέκεις σαν αποσβολωμένος και αμήχανος και ξαναρωτάει:

-Από πού πρέπει να μπω;

Μάλιστα. Δεν ήξερε από πού να μπει στον κάμπο μας. Δεν γνώριζε καμιά από τις πύλες του. Ούτε της Τσούκας, ούτε του Μετοχιού, ούτε της Λιβαδειάς. Που σημαίνει ότι δεν είχε περάσει καμιά από τις πόρτες αυτές, που παρέμεναν πάντα ανοιχτές για όλους εκείνους που πίστευαν βαθιά ότι το μεγαλύτερο προσόν του ανθρώπου πάνω στη γη είναι η δημιουργία.

Νοιώθεις ένα κενό στο στομάχι σου. Ένα κενό στην ψυχή σου. Κι όλος απορία, τολμάς και τον ρωτάς;

-Δηλαδή, δεν έχετε έρθει άλλη φορά στο Βούρκο;!

-Είναι η πρώτη μου φορά.

-Και πως τότε; Πως του αφιερώσατε τόσα ποιήματα;!

-Ξέρεις, εγώ έχω ζήσει πολλά χρόνια στη Μουζεκιά…

Ο άνεμος, καθώς δεν μπορούσε να τρυπώσει από τα παράθυρα του υπεραστικού, ούρλιαζε απ’ έξω. Κι ο ποιητής συνέχιζε τη σκέψη του:

-Ο κάμπος της Μουζεκιάς μοιάζει πολύ με τον κάμπο του Βούρκου. Σαν δυο σταγόνες νερό.

Απ’ εκεί και πέρα έπεσε βαριά σιωπή. Ο ποιητής ίσως να κατέβηκε κάπου στη διαδρομή. Ίσως να συνταξιδεύαμε μαζί προς τους Αγίους Σαράντα. Όλοι οι ποιητές του κόσμου, που βλέπουν έναν κάμπο και γράφουν για έναν άλλον, είχαν χαθεί απ’ το νου μου.

Τώρα εξηγείται και το πείσμα του ανέμου.

Αυτό το είδος των ποιητών θα κυνηγούσε, για να τους τρίψει τη μούρη στο χώμα.

 

Ανδρέας Ζαρμπαλάς, 1976 (Αδημοσίευτο)

 

 

Φωτογραφία: Κάμπος Μουζεκιάς
Πηγή: wikiwand.com

 

 

 

 

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*