Η βροχή της Ελλάδας

Ελλάδα

Η νομοτέλεια της φύσης και η νομοτέλεια της κοινωνίας το ομολογούσανε καθαρά: Εμείς, μια μέρα θα τη βλέπαμε την Ελλάδα! Εκείνο που δεν προβλεπόταν από τις νομοθεσίες, ήταν ο χρόνος, το πότε ακριβώς θα γίνονταν αυτό το θαύμα. Οι σοφοί του τόπου, ως Πυθίες, μας παραπέμπανε πότε σε εποχή θέρου και πότε σε εποχή τρύγου, πότε σε στρογγυλές χρονολογίες και πότε σε παράξενους και ανεξήγητους συνδυασμούς αριθμών.

Έτσι, συνεχίζαμε να ζούμε την προσωρινή, επίγεια ζωή στην Αλβανία και να ονειρευόμαστε την επουράνια στην Ελλάδα. Σ’ αυτό, όλοι η Έλληνες εδώ πάνω μοιάζανε μεταξύ τους σαν τις σταγόνες της βροχής. Εκείνο που μας έκανε να ξεχωρίζουμε, ήταν η στιγμή της πρώτης συνάντησης. Ο καθένας, ανάλογα με το χαρακτήρα, τον τρόπο σκέψης και την φαντασία του, σχεδίαζε και ξανασχεδίαζε με μεγάλη λεπτομέρεια το σκηνικό της δικής του συνάντησης.

Όπως όλοι κι εσύ, περιμένεις υπομονετικά, να ανοίξουν οι ουρανοί. Κι έχεις από καιρό έτοιμο το δικό σου τρόπο εισόδου στον παράδεισο: θα ’ναι λέει, μέρα Απριλιάτικη. Θα περάσεις την πόρτα της Κακαβιάς και θα σταθείς για λίγο ακίνητος, όσο να λευτερωθούν τα πόδια σου από το μυρμήγκιασμα που θα παθαίνανε, καθώς θα πατούσανε χώμα ελληνικό. Ύστερα θα ρίξεις μια περιφρονητική ματιά στα λεωφορεία  και τα ταξί και θα βαδίσεις πεζός μέχρι τα Γιάννενα.

Στη διαδρομή αυτή θα σε περίμενε πολλή δουλειά. Είχες να ξεδιαλύνεις πράγματα που σε βασάνιζαν χρόνια. Θα παρατηρήσεις λόγου χάρη τα δέντρα, θα αγγίξεις τους κορμούς και τα φύλλα τους, για να πειστείς αν ήταν ίδια με τα δέντρα του χωριού σου. Ίδια με τα δέντρα του τόπου σου;! Απέρριπτες μετά βδελυγμίας την ταπεινή αυτή σκέψη. Τα δέντρα του παραδείσου, φίλε μου, δεν μπορεί να είναι ίδια με τα δικά μας τα ροζιάρικα. Οι πέτρες δεν θα είναι σαν οι δικές μας, σκυθρωπές, όλο λειχήνες και μύκητες. Και τα νερά; Ίδια θα ’ναι τα νερά; Σιγά που θα ’ναι ίδια! Εκείνα θα τραγουδάνε με απέραντο, βουερό ίσο σαν βυζαντινή ψαλμωδία, ενώ τα δικά μας αφήνουν στο πέρασμά τους ένα αποκρουστικό κλου-κλου κι αυτό το λένε κελάρυσμα. Το χώμα θα ’ναι μαύρο, αφράτο και τόσο θραψερό, που αν το βράδυ, ας πούμε πέσει απάνω του ένα κουκούτσι, την άλλη μέρα θα ’χει φυτρώσει κιόλας μια νυφούλα νεραντζιά με τα νεράντζια της.

Πολλή δουλειά σε περίμενε στη διαδρομή.

Πολύς θαυμασμός.

Τον χρόνο εδώ πάνω κάποιο ραβδί τον είχε αγγίξει και τον μετάτρεψε σε χελώνα. Και περπατούσε αργά. Πόντο -πόντο. Περπατούσε, όμως. Και πέρασαν έτσι δέκα, είκοσι, σαράντα πέντε ολόκληρα χρόνια. Κι οι ουρανοί άνοιξαν. Οι πιο ανυπόμονοι δεν άντεχαν να περάσουν από πόρτες. Πέρασαν από χιονισμένα και αδιάβατα βουνά.

Άλλοι πέρασαν ανάμεσα στα βόλια.

Κάποτε νοιώθεις ότι ήρθε και εσένα η ώρα σου. Κι ετοιμάζεις το σακούλι. Βάζεις ψωμί για δυο μέρες, τυρί, ελιές και μπόλικα κρεμμύδια. Και βγαίνεις στο δρόμο για την πόρτα της Ελλάδας που τη λένε Κακαβιά. Τότε είναι που απογοητεύεσαι πλήρως. Η ζωή την τελευταία στιγμή σου είχε ετοιμάσει άλλα κόλπα. Σε πηγαίνει στην Κακαβιά και σου ανοίγει την πόρτα με τάξη και επισημότητα. Κι εσύ να ’σαι τόσο συγκινημένος, που δεν βλέπεις, δεν ακούς, δεν αισθάνεσαι τίποτα. Μόνον δακρύζεις. Βουβά, ασταμάτητα, ανεξέλεγκτα.

Το μόνο πράγμα που σε κάνει να συνέρθεις είναι η βροχή. Μια βροχή σφοδρή, καταρρακτώδης, που έδερνε ανελέητα τις δασωμένες πλαγιές και κοιλάδες και έλουζε και εσένα πατόκορφα με το πρώτο κιόλας βήμα στο ελληνικό έδαφος. Λες και η Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια δεν έκανε τίποτα άλλο, παρά μάζευε τη βροχή, για να στη ρίξει στο κεφάλι, έτσι για καλωσόρισμα.

Αργότερα, αυτή η βροχή της Ελλάδας μας έφτασε ως το μεδούλι…

                                                                                            Ανδρέας Ζαρμπαλάς

 

 

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*