Το ποίημα της Αγίας Μαρίνας της Κουλουρίτσας

αγία μαρίνα

Δεν είναι γραμμένο σε χαρτί. Είναι γραμμένο στο χώμα, όπως θα έλεγε ο συγγραφέας Θωμάς Στεργιόπουλος. Το έγραψε, μάλλον το γράφει ακόμα, ο Σωτήρης Χριμπούρας. Θα μπορούσε κανείς να το ονομάσει «έπος». Όχι μόνο επειδή η γραφή του άρχισε το 1996 και συνεχίζεται ακόμα σήμερα. Παρεμπιπτόντως, τώρα ο Σωτήρης βρίσκεται στη Ραψωδία Ω. Μια ραψωδία, όμως, που προέκυψε μπελαλίδικη. Τρεις δυνάμεις συνωμοτούν μέρα μεσημέρι αλλά και κατά τις μικρές ώρες της νύχτας και τον αποσπούν από το γράψιμο. Είναι το συμφέρον (των γειτόνων), η αγριότητα (των συμμοριών) και η αλαζονεία (της εξουσίας). Αλίμονο σε όποιον υποτιμήσει τις τρεις αυτές δυνάμεις, που κυβερνούν τον κόσμο από καταβολής του. Αλίμονο, όμως και σε όποιον γονατίσει. Ο κόσμος θα είχε μείνει χωρίς έπη.

Ο Σωτήρης δεν είναι απ’ αυτούς που γονατίζουν. Αν και, καθώς τον βλέπεις να στέκει απέναντί σου, να περπατάει δίπλα σου ή να ακούς την εξασθενημένη φωνή του, σου δίνει την εντύπωση ότι το κορμί αυτό ξόδεψε όλη την ικμάδα. Εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς, σώριασμα από την ελιά και μάτωμα στον εγκέφαλο, βάλε και το εβδομηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, όλα μαζί, σε χρίζουν απόμαχο και σε πάνε κατευθείαν στην αποστράτευση. Τους άλλους, φυσικά, τους πολλούς, όχι το Σωτήρη. Γιατί ο Σωτήρης ανήκει στους λιγοστούς, που τους λένε δημιουργούς. Και μάλιστα, στον πυρήνα των λιγοστών δημιουργών, που τα έπη τους τα γράφουν στο χώμα.

Το άλλο στοιχείο, που από κοινού με τη διάρκεια της γραφής, δίνουν στο ποίημα της Αγίας Μαρίνας της Κουλουρίτσας, διαστάσεις έπους, είναι το εύρος. Αφού είναι γραμμένο πάνω σε τριάντα στρέμματα γης περιφραγμένα με σύρμα. Τριάντα στρέμματα γης με επίπεδη επιφάνεια, ταράτσες, τοιχοποιίες, σκάλες,  λιόδεντρα, κυπαρίσσια, πεύκα, λουλούδια όλων των ειδών, χουρμαδιές, κληματαριές, γεώτρηση, στέγαστρο για τους χορούς την ημέρα του πανηγυριού, αλλά προς το παρόν και για γεύματα μετά τις κηδείες… Μα, που είναι εκείνη η απελπισμένη λουρίδα, σχεδόν κατηφορική που κάποια φιλότιμα πεύκα έκαναν το παν να συμπαρασταθούν με τον ίσκιο στους πανηγυριώτες; Σε ένα από τα πανηγύρια, θυμάμαι έναν προσφάτως χειροτονημένο παπά που περισσότερο χοροπηδούσε άτσαλα, παρά χόρευε, αφού εκείνο που τον παρακινούσε δεν ήταν ο χορός αλλά μια τυφλή ανάγκη επίδειξης ότι αυτός ήταν ο άρχοντας του πανηγυριού. Και παρακάτω, καθούμενοι σε φτέρη, δυο σειρές από πανηγυριώτες έπιναν ρακί κι έτρωγαν  μεζέδες, Ευτυχώς, που το ρακί ήταν κάτω των 17 γράδων, γιατί αλλιώς, στη ζάλη απάνω η μια γραμμή θα έπεφτε πάνω στην άλλη και, παρασέρνοντας και τους χορευτές, όλο το πανηγύρι θα γλιστρούσε στην κατηφοριά. Πού είναι τελικά η απελπιστική λουρίδα, που άντεχε ακόμα και τα καμώματα εκείνου του προσφάτως χειροτονημένου παπά;

-Στα πόδια σου, λέει ο Σωτήρης.

Ρίχνεις το βλέμμα στα πόδια σου, που πατούσαν στα ξερόχορτα, τα δροσισμένα από κάποια λεπτή διαρροή νερού της γεώτρησης. Και φέρνεις στο νου εκείνον τον παπά. Αν ήταν τώρα, μετά από είκοσι χρόνια, το καινούργιο τοπίο θα του επέβαλε να χορέψει όμορφα, χωρίς επιδείξεις. Γιατί ο άνθρωπος ομορφαίνει τον τόπο, αλλά και ο τόπος γυρίζει μετά και ομορφαίνει τον άνθρωπο.

-Σήκωσα τοίχο, έριξα πολλά φορτηγά φερτό χώμα και έγινε ίσιο. Φύτεψα και τα οπωροφόρα, που βλέπεις. Να, αυτό κάνει ακτινίδια…

Λίγο πιο πέρα ο ανθόκηπος. Κυκλικός, με τρία διαζώματα σπειροειδή. Σαν ομφαλός του ισοπεδωμένου χώρου. Πλημμυρισμένος από λουλούδια. Ένας μικρός λοφίσκος από στοιβαγμένα χρώματα. Φυσικά, αφού η μάνικα είναι μόνιμα σε ετοιμότητα. Βραχότοπος ήταν πριν. Ένας βράχος, που προχωρούσε κατά μήκος σαν ανένδοτη ραχοκοκαλιά και πλαισιώνονταν από σφάκες και παλιούρια. Ο Σωτήρης νοίκιασε σφυρί και μέρες ολόκληρες ο τόπος έτρεμε από τα καρφώματά του. Τι θα ’κανε κι ο βράχος, παραδόθηκε. Μέρος του, σχεδόν τρία μέτρα ύψος, φαγώθηκε κάθετα, αλλά δεν μπορείς να τον διακρίνεις. Την πλευρά αυτή ο Σωτήρης την έκρυψε πίσω από αναρριχητικά φυτά και λουλούδια. Πάνω του τοποθέτησε τραπέζι και καρέκλες. Όλα σε πλήρη αρμονία και αλληλουχία μεταξύ τους. Όπως σε ένα ποίημα.

Πριν από το 1994, που ανέλαβε πρόεδρος της εκκλησιαστικής επιτροπής του χωριού, ο Σωτήρης ήταν βοσκός. Από τα παιδικάτα του. Διακεκριμένος, φυσικά, αφού άνηκε στους λίγους, που τους λένε δημιουργούς. Το φθινόπωρο, όταν το κοπάδι επέστρεφε από τα βουνά, στο χωριό διοργανώνονταν χοροεσπερίδα. Έβγαινε ο Πύλιος με το χωνί και διαλαλούσε: Απόψε έχομε χοροεσπερίδα. Έρχεται το κοπάδι από το βουνό. Τον πρώτο χορό τον έσερνε ο Βαγγέλης ο μεγάλος αδερφός και τον κράταγε ο Σωτήρης, ο μικρός αδερφός. Ο Βαγγέλης χόρευε με την κάπα φορεμένη στον ένα ώμο, όπως τον θυμάται η Γαρουφαλλιά, μικρό κορίτσι τότε. Πάντως, δεν ήταν άσχετος και με το άρωμα του θυμιατού και το δέος των εικόνων. Η μητέρα του, που έκανε και το καθήκον του καντηλανάφτη, όσες φορές φρόντιζε τα καντήλια, τον έπαιρνε μαζί της. Ο θείος του, ο παπά Δημήτρης, είχε διατελέσει ως και ηγούμενος στη μονή Πέπελης. Όταν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου, την αποδήμηση εις κύριον την ξεκίνησε από το Δέλβινο. Το σώμα του, όμως έπρεπε να αναπαυτεί στην Αγία Μαρίνα. Που μεταφορικά, τότε! Περισσότερες πιθανότητες υπήρχαν να περάσουν αρκούδες στη δημοσιά, παρά αυτοκίνητο. Έτσι, τη διαδρομή Δέλβινο – Αγία Μαρίνα, 7-8 ώρες απόσταση,  με πολλές στάσεις, φυσικά, ο αποδημήσας ηγούμενος την έκανε στην πλάτη των συγγενών του. Ύστερα, η ίδια η Αγία Μαρίνα δεν είναι ένας οποιοσδήποτε ναός. Για να φτάσει μέχρι στα χέρια του Σωτήρη, είχε ταξιδέψει 400 χρόνια. Σε μια εικόνα της αναγράφεται η χρονολογία (1)620. Εικόνα στον τοίχο της. Τότε, στης αρνησιθρησκίας τα χρόνια πήραν ασβέστη και έκρυψαν τις εικόνες. Στης θεοσέβειας τα χρόνια έριξαν υπομονετικά τον ασβέστη και συνέφεραν στην προτεραία κατάσταση τις εικόνες. Σε μια απ’ αυτές διατηρείται σε καλή κατάσταση η τόσο παλιά χρονολογία.

«Σαν έτοιμος από καιρό», λοιπόν, όταν φωτίστηκαν ξανά οι ουρανοί, στάθηκε όρθιος κάτω από γέρικη ελιά και μέρες πολλές σχεδίαζε την αρχιτεκτονική του έπους, που θα έγραφε στο χώμα. Είχε ιδεί, ότι πίσω στο Λαζάτικο, υπήρχαν πεύκα, δάφνες και κυπαρίσσια. Ολόκληρο δάσος, που θρασομανούσε από υγεία. Πήρε το γάιδαρο, έφτασε στο δάσος, διάλεξε μικρά πεύκα, τα φόρτωσε και σαν γύρισε στην Αγία Μαρίνα, τα ξεφόρτωσε ανάλαφρα σαν να ήταν μωρά. Την διαδρομή αυτή την έκανε πολλές φορές και έφερε δάφνες και κυπαρίσσια. Τα φύτεψε κιόλας. Κάθε πρωί, τα έβλεπε, όπως τα μωρά στην κούνια.

Ένα πρωί, όμως, τα μωρά του τα βρήκε ξεριζωμένα και πεταμένα. Τα είχε ξεριζώσει τη νύχτα η μία από τις αιώνιες δυνάμεις, που κυβερνούν τον κόσμο, η πιο τυφλή, το συμφέρον. Κοίτα τον άνθρωπο, τον έβαλε ο διάβολος να φράξει τον τόπο!… Και τα πρόβατα που θα βοσκήσουν; Μα, ο χώρος ήταν από παλιά της Αγίας Μαρίνας, το γνωρίζουν όλοι. Και τα πρόβατά μου;! Ό, τι γίνεται, για το καλό του χωριού γίνεται. Και τα πρόβατά μου;! Όχι ότι δεν χτύπησε την πόρτα της εξουσίας ο Σωτήρης. Τη χτύπησε και την ξαναχτύπησε. Της πρότεινε, μάλιστα να συμπεριλάβει εντός του περιφραγμένου χώρου και το σχολείο, που ενώ είχε αδειάσει από μαθητές, κατοικήθηκε από πρόβατα. Είχε μετατραπεί σε ποιμνιοστάσιο. Η άλλη δύναμη, όμως, που κυβερνάει τον κόσμο, με τα δάχτυλα μεν, αλλά έκανε ντρέτους λογαριασμούς: πόσες ψήφους φέρνει η μία πλευρά; Τόσες! Η άλλη; Η άλλη φέρνει περισσότερες. Άρα, το δίκιο είναι στην πλευρά που φέρνει περισσότερες ψήφους! Ας πάει και το σχολείο μαζί με τα πεύκα, τα κυπαρίσσια και τις δάφνες. Ο Σωτήρης, που σεμνύνεται να δίνει και του στραβού το δίκιο του, αναγνωρίζει στην νυν εξουσία ότι το ποιμνιοστάσιο κατάφερε να το μετατρέψει ξανά σε σχολείο. Να, όμως, που μόλις η νυν εξουσία αποσύρθηκε στα γραφεία της, το σχολείο απώλεσε ξανά τον προορισμό του. Αυτή τη φορά έγινε αποθήκη σανού. Ο Σωτήρης, όμως, συνεχίζει να πιστεύει ότι το δίκιο έχει τη μορφή του ψηλού, του φρόνιμου κυπαρισσιού.

Πάνω στο αλώνι της Αγίας Μαρίνας ο ένας έγραφε στο χώμα το έπος του, ο άλλος το έσβηνε. Έτσι, ο δημιουργός αναγκάστηκε να πάει ξανά και ξανά πίσω στο Λαζάτικο. Αυτό το πηγαινέλα, όμως, δεν είχε διάφορο. Κι άνοιξε φυτώριο επί τόπου. Με πολλά είδη φυτών και λουλουδιών. Σιγά – σιγά, όμως, τα στόματα έγιναν πολλά και το φερτό νερό δεν έφτανε να τα ξεδιψάσει. Ο Σωτήρης μίλησε στα αγόρια του. Είχαν μηχάνημα γεώτρησης τα παιδιά του. Το είχαν φέρει από την Ελλάδα, εξερευνούσαν τα σπλάχνα των γύρω χωριών και αντλούσαν νερό. Οι δύο εξερευνητές, που είχαν μάθει την τέχνη στην Ελλάδα, του άνοιξαν πηγάδι. Δώρο στον πατέρα τους, στο χωριό τους, στην Αγία Μαρίνα, αλλά και σε όλους τους φανατικούς εναπομείναντες πανηγυριώτες που καταφθάνουν φουριόζοι εδώ κάθε 17 Ιούλη.

Πέρασε μια μέρα από την Αγία Μαρίνα ο Κίτσιος Γκίκας. Γεωπόνος ο Κίτσιος, Δόκιμος Επιστημών. Στα νιάτα του, έκανε κι αυτός πειράματα για τις ποικιλίες του σταριού σε ειδικά επιλεγμένους αγρούς. Συγκαταλέγονταν κι αυτός δηλαδή στους λίγους, τους δημιουργούς. Αγροί και πειράματα, όμως, τα άλεσε ο καιρός. Τώρα, μπροστά του είχε το έπος του Σωτήρη. Τριάντα στρέμματα! Ίσως τόση έκταση να είχαν και οι πειραματικοί αγροί του. Οκτακόσια μέτρα περίφραξη. Πάνω από χίλια πεύκα, δάφνες, κυπαρίσσια, λιόδεντρα και άλλα οπωροφόρα. Τριακόσια πενήντα μέτρα τοιχοποιία (ο Σωτήρης, που σεμνύνεται να μοιράζει δίκιο, λέει ότι στην τοιχοποιία βοήθησε και η Μητρόπολη Αργυροκάστρου). Ταράτσες για τα μνήματα. Σκάλες για ομαλή πρόσβαση. Εφεδρικοί χώροι για χάραξη νέων μνημάτων. Πλακόστρωση του εξωτερικού χώρου της εκκλησίας, στασίδια για τους πονεμένους. Κι είπε ο δόκιμος επιστημών:

-Εγώ, ο επιστήμονας χάνομαι εν ζωή, εσύ ο απλός θα ζεις και μετά θάνατο.

Τώρα ο Σωτήρης βρίσκεται στη Ραψωδία Ω. Την πιο μπελαλίδικη. Μη νομίσετε ότι οι άλλες ήταν λάδι. Τι θα περιέχει η τελευταία ραψωδία του έργου του; Ένα κτίριο (όχι στέγαστρο όπως αυτό που είναι τώρα), κτίριο κανονικό για τα γεύματα μετά τις κηδείες και για χειμώνα και για καλοκαίρι. Άλλο; Καλύτερη ασφάλεια. Τις μικρές ώρες της νύχτας μπουκάρουν ενίοτε συμμορίες. Κλέβουν ότι βρουν. Συρμάτινα πλέγματα, εργαλεία, ρολά σκέπαστρου, αντλίες, μάνικες, σπάνε την πόρτα της Αγίας Μαρίνας, σκαλίζουν τα συρτάρια, μαγαρίζουν το ιερό, ψάχνουν, αρπάζουν στους αιώνες των αιώνων. Αμήν! Ο τόπος για το κανονικό κτίριο να, είναι αυτός εκεί. Το μάτι του Σωτήρη θλίβεται. Να ’ναι ένας τόπος άριστος, να ’ναι και η πέτρα επί τόπου και να μην προχωράει η δουλειά, τον στεναχωρεί σφόδρα. Γιατί κι η ζωή περνάει, η ικμάδα του κορμιού εξαντλείται με την ώρα κι άμα είσαι ξαπλωμένος σε μια απ’ αυτές τις ταράτσες, το μόνο που κάνεις είναι να αγναντεύεις τη δύση.

Η πέτρα είναι αλήθεια επί τόπου. Στην πραγματικότητα είναι οι τοίχοι της παλιάς αποθήκης του συνεταιρισμού. Εντός της περίφραξης. Αλλού είναι ο κόμπος. Ένας συγχωριανός αγόρασε, νόμιμα, την πέτρα αυτή. Όχι, όμως και τον τόπο. Να σου φέρομε τα ίδια κυβικά πέτρας στο σπίτι; Όχι! Να σου φέρομε τη δική σου, την αγορασμένη νόμιμα εκεί που τη θέλεις; Όχι! Τι θα ήθελες εσύ; Μόκο! Μήπως υπάρχει και μια τέταρτη δύναμη, που κυβερνάει τον απάνω κόσμο; Η νοοτροπία ας πούμε;! Ίσως! Τι ίσως, όπως με βλέπεις και σε βλέπω. Πάμε παρακάτω για να εμπεδώσομε την ύπαρξη της τέταρτης δύναμης, της νοοτροπίας. Στον εξωτερικό πλακόστρωτο χώρο της εκκλησίας, σχεδόν στην είσοδο, είναι κι ένα μνήμα. Μοναχικό. Όλα είναι στις ταράτσες, αυτό στο πλακόστρωτο. Σαν μια παραφωνία  μέσα στην αρμονία της ψαλμωδίας. Αλλά ποιος ξέρει, λες, ίσως να υπάρχει κάποιος ενδόμυχος λόγος. Κανένας ενδόμυχος λόγος δεν υπάρχει. Σάμπως να μεταφερθεί το μνήμα σε μια ταράτσα, επέλεξε εσύ ο ίδιος τη θέση; Όχι! Να το μεταφέρομε εμείς η επιτροπή με δικά μας έξοδα; Όχι! Τι θα ήθελες εσύ; Μόκο! Είναι η τέταρτη δύναμη. Η ισχυρότερη. Το συμφέρον υποχωρεί. Οι κλέφτες τιμωρούνται. Η εξουσία αλλάζει. Η νοοτροπία βολεμένη στο γονίδιο, ταξιδεύει στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Ο μόνος εχθρός, μπροστά στον οποίο τρέμουν και οι τέσσερις δυνάμεις που κυβερνούν τον κόσμο, είναι η θεότητα που τη λένε Δημιουργία. Ακόμα κι όταν κατοικεί σε κορμιά καχεκτικά, όπως του Σωτήρη Χριμπούρα. Πάντως, από κείνο που φοβούνται δεν θα γλιτώσουν. Θα το χάσουν το παιχνίδι, που παίζουν στο χώρο της Αγίας Μαρίνας, ο οποίος δεν είναι καμιά ήπειρος, τριάντα στρέμματα γης είναι, με πείσμα αποκτημένα.

ΦΩΤΟΣ ΒΟΝΤΑΣ
ΑΝΔΡΕΑΣ ΖΑΡΜΠΑΛΑΣ

 

 

 

 

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*