Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.

                 

             ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΜΑΝΤΙΛΙ

 

Το λεωφορείο της γραμμής Τίρανα – Αργυρόκαστρο έφτασε αργά το βράδυ. Οι επιβάτες, κουρασμένοι από το μακρύ ταξίδι, έπαιρναν το δρόμο για τα σπίτια τους ή για το ξενοδοχείο. Ανάμεσα τους κι ένας ασπρομάλλης επιβάτης. Κατέβηκε, κοίταξε γύρω του όπως όταν ζητούμε κάποιον επίμονα, μα αφού δεν τον βρήκε, ξεκίνησε κι αυτός για το ξενοδοχείο.

Καθώς ανηφορούσε πρόσεξε κάποιον που διάβαινε βιαστικός, τον κοίταξε, αλλά εκείνος χάθηκε μες τη ροή των ανθρώπων. Ποιος ξέρει, σκέφτηκε. Ύστερα, που να τον γνώριζε ύστερα από τόσα χρόνια. Λοιπόν πήγε στο ξενοδοχείο κι έπιασε κρεβάτι. Κείνη τη στιγμή, να σου εκείνος ο βιαστικός, μπήκε στο σαλόνι κι όλο κάτι γύρευε με τα μάτια. Μήπως… συλλογίστηκε και τον πλησίασε με δισταγμό. Κοιτάχτηκαν στα μάτια.

-Σε παρακαλώ… από πού είστε; - Ρώτησε ο νεότερος το γεροταξιδιώτη.

-Από τη Γράβα… Εσείς;

-Πατέρα!...

-Χρήστο, παιδί μου!

Ένα ποτάμι καημός βούιξε στην ψυχή τους.

Η συνέχεια αυτής της ιστορίας είναι βρεγμένη με δάκρυα. ‘Έτσι γνωρίστηκε ο μπάρμπα - Γιάννης από τη Γράβα με το μεγαλύτερο παιδί του, την ώρα που γύριζε από την ξενιτιά.

…………………

 

Όλοι οι Γραβιώτες είχαν μαζευτεί στο μεσοχώρι. Περίμεναν τον ξενίτη συγχωριανό τους. Η ξενιτιά έδινε και έπαιρνε στις κουβέντες τους και το βλέμμα τους έτρωγε τη στράτα πέρα στο Σέλωμα, όπου θα ξεπρόβαινε ο μπάρμπα – Γιάννης. Κι αυτός, κάποια στιγμή, ξεπρόβαλλε.

Απ’ το Σέλωμα αγναντεύεις όλο το χωριό. Να οι δύο συνοικίες του με τ’ άσπρα σπίτια ανάμεσα στις πρασινάδες, οι καπνοί που ανεβαίνουν απ’ τα τζάκια. Το χωριό μου, σκέφτηκε. Σαν μεγάλο μου μοιάζει, παραξενεύτηκε. Ως κάτω στο πηγάδι της Κορτιάς έφτασε, κι ως τον κάμπο. Που να ‘ναι οι καλύβες του;…

Και κατέβαινε για το χωριό. Κείνο το σούρουπο αντήχησε το τραγούδι εκεί στο μεσοχώρι. Τραγούδησε κι αυτός. Η φωνή του έτρεμε. Έτρεμε από αβάσταχτη συγκίνηση.

 

Γιάννη μου, το μαντίλι σου,

τι το ‘χεις λερωμένο, βρε Γιαννάκη μου!...

 

Αυτό το τραγούδι διάλεξε ο ξενίτης μπάρμπα – Γιάννης. Ένα τραγούδι για όλους τους ξενιτεμένους. Για εκείνους που στερήθηκαν μια ολόκληρη ζωή την πατρίδα. Για το μαντίλι τους, που το ‘πλεναν τα πέντε ποτάμια και πλύσιμο δεν είχε. Μόνον αν έπεφτε πάνω του έστω και μια σταγόνα από τις κρύες βρύσες της πατρίδας, τότε θα μπορούσε να πλυθεί, να γίνει άσπρο, κάτασπρο.

Σίγουρα, θα ‘ταν η καρδιά των ξενιτεμένων αυτό το λερωμένο μαντίλι!

Λίγο διάστημα έμεινε τότε στο χωριό ο μπάρμπα – Γιάννης. Κι όταν έφυγε, μόνο μια σκέψη είχε στο νου του. να ξαναγυρίσει. Χωρίς άλλο να ξαναγυρίσει. Το πλοίο για την Αίγυπτο κουβαλούσε αυτόν, αλλά όχι και την καρδιά του. Αυτή είχε μείνει για πάντα εδώ στο χωριό του, στα άγια χώματα. Έτσι, μια μέρα του1969 ο μπάρμπα – Γιάννης γύρισε.

Για πάντα.

 

 

 

 

 

Κείμενα  από αυτή την σελίδα μπορούν να αναπαραχθούν με αναφορά στην πηγή ως: "από τον δικτυακό τόπο του συγγραφέα ΑΝΔΡΕΑ ΖΑΡΜΠΑΛΑ"  με σύνδεση στο http://andreaszarmpalas.gr

 

Cookie Policy

This site uses cookies to store information on your computer.

Do you accept?