Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.

 

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΣΟΥΦΡΑΣ

 

Γύρω, τριγύρω τα χωριά
το ένα δίπλα στ' άλλο
και μες στη μέση ο κάμπος μας
ένας σουφράς μεγάλος.

Με θύελλες κι αναβροχές,
με πύριες και με πάγους
ολημερίς τον στρώνουμε,
το βράδυ μένει άδειος.


Μέσα στην μέση ο κάμπος μας
ένας σουφράς μεγάλος,
και τα χωριά μας νηστικά,
κοιτάνε τό 'να τ' άλλο.

 

Μετάφραση: Ανδρέας Ζαρμπαλάς

ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

 ΚΛΑΡΙΝΟ

 

Όταν χτυπάει το κλαρίνο μια,
οι πέτρες και τα λιανολίθαρα κουνιούνται
από τον τόπο τους,
οι ρίζες αγκουσεύονται μέσα στο χώμα
κι οι κολόνες των σπιτιών μας τρίζουν.

 
Όταν χτυπάει δυο και τρεις
εκεί που κουβεντιάζουμε
κι εκεί που περπατούμε,
παίρνει τα λόγια μας τ’ απλά και τα γυρίζει
σε τραγούδι,
παίρνει τ’ απλά τα βήματα
και τα γυρίζει σε χορό «Στα δύο» και «Στα τρία»

 

          

                                                                                                           

                                                

ΜΠΑΙΝΩ ΜΕΣ ΣΤ’ ΑΜΠΕΛΙ

 

Μπαίνω μες στ’ αμπέλι και ζαλίζομαι,
μπαίνω μες στ’ αμπέλι, δε μπορώ να βγω.


Σκέψεις μου βουίζουν χρυσοπράσινες,
ψάχνω να βρω δρόμο μέσα στις σειρές.


Κι είναι σάμπως στίχο στίχο να περνώ
στον αρχαίο μύθο, τον παμπάλαιο.


Απ’ τις συλλαβές του κι απ’ τα γράμματα
κρέμουνται οι ρόγες σαν μαλάματα.


Μπαίνω μες στ’ αμπέλι, δε μπορώ να βγω
στη γλυκιά τη ζάλη, πάει, θα χαθώ.

 

Βλέπω εκεί πιο πέρα, ειν’ ο Αύγουστος,
είναι κι ο Σεπτέμβρης, ο γλυκός.


Προχωρούνε, σκύβουν σαν οι τρυγητές,
μέσα στις σειρές, τις ατελείωτες.


Έχουνε κοφίνια παραμάσχαλα
και φορούν στεφάνια κληματόφυλλα.


Γύρω τους μελίσσια ζουζουνίζουνε
κι άσπρες πεταλούδες φτερουγίζουνε.


Αχ, καλοί μου μήνες, σας παρακαλώ,
μπήκα μες στ’ αμπέλι, δε μπορώ να βγώ!


Πήγαινε πιο πέρα, λένε γελαστοί,
ρώτα τον Οχτώβρη, κείνος θα σου πει.


Περπατάω, στέκω, πάλι ξεκινώ,
στη γλυκιά τη ζάλη, πάει, θα χαθώ.


Νάτος κι ο Οχτώβρης, μπήκε και τρυγά,
μόλις τόνε βλέπω, τρέχω από κοντά.


Τα ‘μαθα, μου λέει, ξέρω τι έπαθες,
μου ‘πε ο Σεπτέμβρης, μου ‘πε χτες προχτές.

 

Μέσα από τα’ αμπέλι, αλλά μην το πεις
μόνον ένας δρόμος είναι για να βγεις.


Είναι αυτός που πάει ίσια στις γιορτές,
πάει σε πανηγύρια, γάμους και χαρές.

 

 

ΝΥΦΑΔΕΣ ΦΟΙΝΙΚΙΩΤΙΣΣΕΣ

 

Βάζουν φουστάνια ριγωτά και πλουμιστά μαντίλια
βάζουν και τα θηλύκια τους και βγαίνουνε στ’ αλώνια.


Πατούνε μια μες στο χορό, ξυπνούνε τα θηλύκια
πατούνε τρεις και τέσσερις, βροντούν κι αχάει ο Βούρκος.

 

Κυλάει σιγά η Μπίστριτσα, ακούει η Θαλασσοπούλα
βγαίνουν σεργιάνι τα χωριά, τις καμαρώνει ο κάμπος.


Και στα ψηλά παράθυρα, στου θρύλου τα μπαλκόνια,
βγαίνουν κοιτούν τις αγγονιές κι οι εννιά χιλιάδες Μάρες.

 

 

 

 

 

Κείμενα  από αυτή την σελίδα μπορούν να αναπαραχθούν με αναφορά στην πηγή ως: "από τον δικτυακό τόπο του συγγραφέα ΑΝΔΡΕΑ ΖΑΡΜΠΑΛΑ"  με σύνδεση στο http://andreaszarmpalas.gr

 

Cookie Policy

This site uses cookies to store information on your computer.

Do you accept?