Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.

 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΤΕΡΖΙΟΥ

 

Γιάνναινα, Γιαννάκαινα,

κοντολεμονάκαινα,

μην παραστολίζεσαι

και χαμηλοζώνεσαι,

είναι ο βόιβοντας κοντά

με τα παλικάρια του,

με τα παλικάρια του

και τους λεβεντάδες του.

 

Βόιβοντας πάει κοντά

με τα παλικάρια του,

με τα παλικάρια του

και τους λεβεντάδες του.

Βόιβοντα κάτσε καλά,

τ’ είναι ο Γιάννος στον οντά,

είναι ο Γιάννος στον οντά

αι σου ρίχνει ντουφεκιά.

 

Με την πρώτη ντουφεκιά,

τον βαρεί το βόιβοντα.

Θύμωσαν τα παλικάρια

και οι λεβεντάδες του.

Πιάνουν καίν’ το μαχαλά,

καίνε όλο το χωριό

καίνε όλο το χωριό

και το κάνουν ρημαδιό.


Φεύγει όλο το χωριό,

βγαίνουνε σε μια ραχούλα,

βγαίνουνε σε μια ραχούλα

κι αγναντεύουν το Ντερζιό.

Αϊ Ντερζιό, μωρέ Ντερζιό,

αϊ ποτέ δε θα σε ιδώ.

 

Μετάφραση: Ανδρέας Ζαρμπαλάς

Ο ΑΛΛΟΣ ΧΑΡΤΗΣ

 

 

ΤΟ ΝΤΕΡΖΙΟ

 

Το εξαφανισμένο χωριό «Ντερζιό» γειτόνευε με το Στύλο, εξαφανισμένο κι αυτό. Εκτείνονταν στην ίδια πλαγιά, πάνω από τη σημερινή Μεμόραχη, εκεί που ο αυτοκινητόδρομος ανηφορίζει όλο στροφές. Η εκκλησία της Παναγιάς, χτισμένη πρόσφατα πάνω στα θεμέλια της παλιάς, μια βρύση πιο πάνω και κάποια ερείπια, που μόλις διακρίνονται, είναι όλα κι όλα τα στοιχεία για το παλιό χωριό. Το Ντερζιό, όμως, δεν θα εξαφανιζόταν εύκολα από τη μνήμη του τόπου λόγο του τραγουδιού, ένα από τα σπουδαιότερα, που έβγαλε αυτός ο τόπος και που αναφέρει το όνομα «Ντερζιό». Η ιστορία της καταστροφής του χωριού περιτυλίγεται σαν κισσός γύρο από το τραγούδι αυτό.

Για πρώτη φορά το τραγούδι και το χωριό το ακούσαμε από το Διβριώτη γέρο Τσίλη Μέλιο. Το απήγγειλε συγκινημένος, κάτω από το μεγάλο πλάτανα στο μεσοχώρι της Δίβρης. Κι είχε δίκιο, γιατί στο τραγούδι υπήρχε και η ομορφιά, και η χαρά της ζωής, και το πάθος των ανθρώπων, και η συμφορά.

 

        Γιάνναινα, Γιαννάκαινα

        κοντολεμονάκαινα

        μην παραστολίζεσαι

        και χαμηλοζώνεσαι

 

Το Ντερζιό έπεσε μαχόμενο για την υπεράσπιση της τιμής και της υπόληψης. Ο βοϊβόδας προσπάθησε να ατιμάσει τη Γιαννάκαινα και πού; Στη μέση στο πανηγύρι του χωριού. Ο άντρας της, ειδοποιημένος, είχε φτάσει από τα ξένα όπου βρισκότανε, είδε τη σκηνή από το παράθυρο και χωρίς δισταγμό, μόνο με μια ντουφεκιά, ξαπλώνει τον βοϊβόδα.

Τότε τα παλικάρια του, πιάνουν και καίνε το Ντερζιό. Οι κάτοικοι σκορπίστηκαν. Κι όπως γινόταν πάντα, σε τέτοιες περιπτώσεις, μερικοί παρέμειναν στα γειτονοχώρια όπου είχαν τους συγγενείς τους ενώ άλλοι πήγαν στο νησί της Κέρκυρας. Το νησί αυτό είχε υποδεχτεί πολλούς από τους κατατρεγμένους του ηπειρωτικού μας χώρου λόγω του ότι ήταν νησί, αλλά και ότι βρισκόταν εκτός της τουρκικής επικράτειας.

Στην Κέρκυρα, λοιπόν, και συγκεκριμένα στους Οθωνούς βρήκαν καταφύγιο κάποιες οικογένειες από το εξαφανισμένο πια Ντερζιό. Ο Ανέστης από τη Δίβρη, οδηγός στο επάγγελμα και κοντά στα εβδομήντα του, αφηγείται μια ιστορία που την είχε ακούσει από τον πατέρα του. Ο πατέρας του, νεαρό παιδί τότε, πήγε στην Κέρκυρα να μάθει την τέχνη του ράφτη. Μια Κυριακή τον πήρε στη βάρκα και φτάσανε στους Οθωνούς. Στο λιμάνι συνάντησε μια γριά άνω των 90 ετών. Λέει το αφεντικό στη γριά, που ήταν γνωστή του: «Γιαγιά, σου έφερα ένα πατριωτάκι σου».

Η κουβέντα γύρισε στους πικρούς καιρούς της καταστροφής του Ντερζιού. Αυτή καταγότανε από το σόι των Παππούδων. Ο ένας αδερφός εγκαταστάθηκε στη Δίβρη (μπήκε γαμπρός κι από τότε άλλαξε το επώνυμο του), ενώ ο άλλος βγήκε στους Οθωνούς μαζί με την οικογένεια του, δηλαδή και με τη γριά η οποία τότε ήταν τριών χρονών. Η γριά του είπε ακόμα ότι η εκκλησία του χωριού της ήταν της Γέννησης της Θεοτόκου και γιόρταζε στις 8 Σεπτέμβρη. Κι ακόμα ότι πίσω από την εκκλησία υπήρχε ένα βαθύ πηγάδι. Εκεί ρίξανε τα κειμήλια κι άλλα πράγματα αξίας την ώρα που φεύγανε...

Με βάση τους υπολογισμούς προκύπτει ότι το Ντερζιό καταστράφηκε γύρω στα 1800. Την ίδια εποχή, όπως  αναφέρει ο Πουκεβίλ, καταστράφηκαν από τον Αλί Πασά και τα χωριά Χουντετσόβα, Άι Βασίλης και Νίβιτσα, επειδή τα χωριά αυτά ήταν συνδεδεμένα με τον πασά του Δελβίνου, τον πρώτο εχθρό του Αλί Πασά την περίοδο που αυτός μαχόταν να του αρπάξει το πασαλίκι.

 

                                                                               


 

Κείμενα  από αυτή την σελίδα μπορούν να αναπαραχθούν με αναφορά στην πηγή ως: "από τον δικτυακό τόπο του συγγραφέα ΑΝΔΡΕΑ ΖΑΡΜΠΑΛΑ"  με σύνδεση στο http://andreaszarmpalas.gr

 

Cookie Policy

This site uses cookies to store information on your computer.

Do you accept?