Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.

 

Ο κύριος Φουσέκης έβγαλε το πουκάμισό του και το ανέμισε.

-Το βλέπετε αυτό το πουκάμισο; -είπε δυνατά, απευθυνόμενος  στο παρδαλό άγνωστο πλήθος.

–Εδώ σας κρατάω! Μ’ αυτό το πουκάμισο θα σας τυλίξω όλους  και θα σας δηλητηριάσω! Ξέρετε ποιος είμαι εγώ, ε; Ξέρετε;

Ο κόσμος διάβαινε αδιάφορος.

-Είμαι ο Κένταυρος.

 

Μετάφραση: Ανδρέας Ζαρμπαλάς

         

 

                              

 Ο ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ

 

Ούτε στο καφενείο δε γλίτωσε από τους καβγάδες τους.

Ο πατέρας του κι ο θείος του εμφανίστηκαν στην πόρτα και τράβηξαν φουριόζοι ίσια και στο τραπέζι του. Μιλούσαν δυνατά, χειρονομούσαν, έτοιμοι να πιαστούν στα χέρια. Ο Παντελής μπήκε στη μέση να τους χωρίσει. Ύστερα έφυγαν, βρίζοντας ο ένας τον άλλον μπροστά σε όλους τους θαμώνες.

Ο Παντελής ξανακάθισε.

Ήταν εξαντλημένος. Και περισσότερο μπερδεμένος.

Γενικά, είχε όψη φιλοσόφου. Μαλλί γκρίζο, ολίγον ανυπότακτο, μύτη πλατιά σαν ο Σωκράτης ή πλατσικωτή όπως του ’λεγε η μαλέκω του σαν ήταν μικρός. Βλέμμα στοχαστικό και μονίμως πλανούμενο πέρα στις απρόσιτες περιοχές του πνεύματος.

Τα απογεύματα, εφτά η ώρα ακριβώς, άραζε στο καφενείο «Ο ξένος» της μικρής πλατείας. Καθότανε στο τελευταίο τραπέζι, μόνος, και παρήγγειλε κονιάκ. Το ακριβές της ώρας, το κονιάκ και προπαντός η μοναξιά, ενισχύανε την εντύπωση στους πέριξ ότι είχαν να κάνουν με ανώτερο άνθρωπο.

Οι θαμώνες το θεωρούσαν παράτολμο εκ μέρους τους να καθίσουν στο τραπέζι του. Γιατί να διακόψουν τους βαθιούς στοχασμούς και να πάρουν έτσι το κρίμα στο λαιμό τους; Εξάλλου, ταπεινοί άνθρωποι ήταν, ξεζουμισμένοι μετανάστες οι περισσότεροι, οι οποίοι, περνώντας δίπλα στους πνευματικούς, τους κυρίευε ένα ανεξήγητο δέος.

Αυτό, μέχρι που μπούκαραν στο καφενείο ο πατέρας κι ο θείος του.

Στην πραγματικότητα, ο Παντελής Φουσέκης βασανίζονταν από ένα φοβερό δίλημμα. Ήταν αδύνατο να αποφασίσει ποιο ταίριαζε καλύτερα στη δική του περίπτωση, το «μπρος βαθύ και πίσω ρέμα» ή το «φτύνω πάνω, φτύνω τα μουστάκια μου, φτύνω κάτω, φτύνω τα γένια μου». Χρόνια τώρα τον είχε απορροφήσει αυτό το δίλημμα, όπως η δίνη στον ίλιγγο της, μέχρι που ήρθε η στιγμή και τον ξέβρασε στην ερημική ακτή της μοναξιάς, τον έκανε σιωπηρό και ακατάδεκτο.

Στην αρχή του φάνηκε εύκολο, αλλά όσο το δούλευε στο μυαλό του τόσο ζαλιζότανε. Οι δυο φράσεις είχαν σχεδόν το ίδιο νόημα, αλλά αυτό ακριβώς ήταν που τον μπέρδευε περισσότερο. Αν ήταν ότι είχαν το ίδιο νόημα, τότε γιατί ο λαός πήγε και έφτιαξε δύο και όχι μία φράση; Όχι, βέβαια, επειδή δεν είχε τι άλλο να κάνει! Άρα, μια από τις δύο είχε περισσότερο βάρος.

Μια άλλη σκέψη του ’λεγε πως, εδώ που τα λέμε, κι ο λαός, αν και σοφός, τις κάνει τις ζαβολιές του. «Ή παπάς ή ζευγάς» σου λέει και συ παίρνεις τα μέτρα σου να τη βγάλεις ή με ράσο ή με αλέτρι. Την ίδια στιγμή σου λέει: «Κατά τον καιρό και το χορό».

«Τώρα, μάλιστα, μας φώτισες» είχε ξεφωνίσει εμβρόντητος ο κύριος Φουσέκης όταν ανακάλυψε τη ζαβολιά του μεγάλου σοφού. Αυτή η δήθεν γενναιοδωρία να αιτιολογήσει και να καλύψει κάθε χαρακτήρα, τον τρέλαινε. Τότε ακριβώς το δίλημμα έγινε δίνη και τον στριφογύριζε ανελέητα. Κούνησε χέρια και πόδια, έβαλε τα δυνατά του, αλλά δεν μπόρεσε να σωθεί. Η δίνη τον απορρόφησε και τον ξέβρασε στην ερημική ακτή της μοναξιάς.

 Συγκρίνοντας ατελείωτες φορές τις δύο φράσεις, κατέληξε στο συμπέρασμα πως, από άποψη συντομίας, σβελτάδας και μουσικότητας, καλύτερη ήταν η «μπρος βαθύ και πίσω ρέμα». Έτσι, για μεγάλο διάστημα, στο μυαλό του επικρατούσε αυτή η φράση, την οποία την επαναλάμβανε με τόπο και χωρίς τόπο όταν ταίριαζε κι όταν δεν ταίριαζε, σιωπηρά, αλλά και φωναχτά. Οι απλοί άνθρωποι της οικοδομής και του βαψίματος, μπλεγμένοι στα μεταναστευτικά τους προβλήματα, τον ρωτούσαν συχνά με φανερή αγωνία για να τους διαφωτίσει. Τότε εκείνος έπαιρνε σοφό ύφος και τους απαντούσε: «μπρος βαθύ και πίσω ρέμα, παιδιά!».

Με την απάντηση αυτή, που έμοιαζε με τις απαντήσεις που έδινε η Πυθία, ο κύριος Φουσέκης την έβγαζε άβρεχτος, γιατί μια τέτοια απάντηση ταίριαζε στις περισσότερες ψυχολογικές καταστάσεις του σημερινού ανθρώπου. Έτσι, όσο μειώθηκε το κύρος της Πυθίας στην αρχαία εποχή, άλλο τόσο μειώνονταν και το κύρος του κύριου Φουσέκη.

Ήταν και κάτι άλλο που έκανε τη φράση αυτή να υπερέχει έναντι της άλλης. Από άποψη μέτρου και ρυθμού, έμοιαζε με πεταχτό και άψογο στίχο, και την ίδια στιγμή προσέφερε τη δυνατότητα να βρει κανείς με αρκετή άνεση έναν δεύτερο στίχο με τέλεια ρίμα. Ο κύριος Φουσέκης, που είχε μια έμφυτη κλήση στις ρίμες, τον είχε βρει κιόλας τον δεύτερο στίχο, με τον οποίο και κρυφοκαμάρωνε κιόλας. Δεν είναι λίγο πράγμα να διευρύνεις το νόημα μιας λαϊκής φράσης. Αυτό σήμαινε πως ο μεγάλος σοφός έχει επιλέξει εσένα, μέσα στο άμορφο πλήθος, για να σε κάνει ευνοούμενο του. Από τη στιγμή εκείνη, δεν την ανέφερε πια ως απλή φράση, αλλά ως λιανοτράγουδο.

Μπρος βαθύ και πίσω ρέμα,

Αχ ζωή, είσαι ένα ψέμα

 

Φυσικά, με το στιχάκι αυτό δεν μπορούσε να καυχηθεί πως είχε αλλάξει και το ρου της ιστορίας, αλλά κατά κάποιον τρόπο το θεωρούσε δικό του δημιούργημα και διεκδικούσε τα πνευματικά δικαιώματα. Η  προσθήκη αυτή είχε ανεβάσει κατά πολύ τις μετοχές του κυρίου Φουσέκη  στα μάτια  των ανθρώπων του στενού κύκλου του, αλλά και πιο πέρα ακόμα.

Ως εδώ τα πράγματα  κυλούσαν χωρίς μεγάλες εντάσεις. Τουλάχιστον φαινομενικά ήταν όλα υπό έλεγχο. Η ζωή, όμως, είναι ένας λαβύρινθος όπως το κέντρο της Αθήνας. Πλατεία «Βάθης»,  πλατεία «Αμερικής», πλατεία «Κάνιγγος», πλατεία «Βικτωρίας»...σου λέει. Στην πραγματικότητα δεν είναι πλατείες. Στριμωγμένες ανάμεσα στο απέραντο και πυκνό δάσος από τσιμεντόδεντρα, μοιάζουν με μικρά ξέφωτα, τα  οποία μέρα και νύχτα, από όλες τις μεριές δέχονται σφοδρές επιθέσεις από κάποια άσπλαχνα όντα,  που τα λένε αυτοκίνητα.

Στα αληθινά ξέφωτα του αληθινού δάσους, ψηλά στο μακρινό χωριό του, το Σέλωμα, τα άσπλαχνα όντα τα λένε μέρμηγκες. Είναι κάτι πελώρια μερμήγκια, που τρέχουν ασταμάτητα σαν τρελά κι οι χωρικοί τα ονομάζουν Τούρκους. Τα μεγάλα αυτά τρελλομερμήγκια δεν τον άφηναν στιγμή ήσυχο. Τον κυνηγούσαν  στους δρόμους, στα δρομάκια, στις παρόδους, στα στενά, τα οποία μπλέκονταν μεταξύ τους  τόσο πολύ, που γίνονταν «σαν τα μαλλιά της ζουρλής», και δεν μπορούσαν να τα ξεμπλέξουν σάμπως να πέφτανε πάνω τους όλες οι γριές του χωριού.

Στις αρχές, όταν ο κύριος Φουσέκης εγκαταστάθηκε ως μετανάστης στην περιοχή αυτή, τρόμαξε, τον κυρίεψε  άγχος και έζησε ξανά τον εφιάλτη της κοκκινωπής βελέντζας, που είχε ζήσει στο σπίτι του στο χωριό, όταν ήταν μικρός.

Η βελέντζα ήταν τεράστια, τόσο που σκέπαζε όλη την οικογένεια. Ένα πρωί, καθώς ξύπνησε,  είδε πως κάτω από την τεράστια βελέντζα ήταν εντελώς μόνος του. Οι άλλοι είχαν ξυπνήσει από νωρίς. Χορτασμένος ύπνο, πάει να σηκωθεί κι αυτός και προχώρησε να βγει από τ’ αριστερά. Σύρθηκε αρκετά κάτω από τη βελέντζα, αλλά άκρη δε βρήκε πουθενά. Προσπάθησε να βρει διέξοδο από τα δεξιά, χειρότερα τα πράγματα. Δοκίμασε να βγει από πάνω, τίποτα. Έκανε την ύστατη έφοδο προς τα κάτω, τον έκοψε κρύος ιδρώτας, τόσο ήταν, δεν  θα μπορούσε να βγει ποτέ  από την κοκκινωπή  βελέντζα, θα πέθαινε εκεί. Έβαλε τα κλάματα: Μάναααα!...

Από την άλλη μεριά, αυτό τον βόλευε. Θα ‘βρισκε, λοιπόν, ένα καφενείο, θα σύχναζε εκεί και ας έρθουν ύστερα να τον βρουν οι μεγάλοι καβγατζήδες. Θα μπερδεύονταν ανάμεσα στα σοκάκια με τους Τούρκους  κι επιτέλους θα τον άφηναν ήσυχο. Βολεύτηκε  στο καφενείο «Ο ξένος» και δεν ήθελε να το αλλάξει  με οποιοδήποτε τίμημα. Βάθος κατάλληλο, ατμόσφαιρα κατανυκτική, ότι πρέπει δηλαδή για την  επίλυση των σπαραχτικών διλημμάτων του ανθρώπου.

Μέσα στην ποιητική ατμόσφαιρα του «Ξένος»  έφεξε στο ανταριασμένο του μυαλό, όπως μια αστραπή στο συννεφιασμένο ουρανό, ο δεύτερος στίχος που μετέτρεψε τη φράση σε λιανοτράγουδο.

Επιτέλους, όλα είχαν μπει στο δρόμο του θεού.

Μια μέρα, καθώς περπατούσε δίπλα στους χιλιάδες βιαστικούς Τούρκους, που τρέχανε σαν μεθυσμένοι, το πρόσωπό του φωτίστηκε. Η ιδέα πως οι βιαστικοί Τούρκοι ήταν σα να περνούσαν από τσιπουράδικο κι όχι από βενζινάδικο, του ‘φτιαξε το κέφι. Τότε ακριβώς, πάνω στην  ευφορία της δημιουργίας, είδε να βγαίνει απότομα από μια γωνιά, ένας τύπος με  πλούσια γενειάδα και τεράστια θυσανωτά μουστάκια.

Ήταν τόσο ξαφνική η εμφάνιση του κύριου μαλλιά, που όλα μέσα του σωριάστηκαν σαν ετοιμόρροπο παλιό σπίτι στο χωριό του. Αν αυτός ο τύπος, σκέφτηκε, καθώς περπατάει ήρεμος, του ‘ρθει να φτύσει πάνω, σίγουρα θα φτύσει τα μουστάκια του κι αν φτύσει κάτω, θα φτύσει τα γένια του...Την ίδια στιγμή αντιλήφθηκε πόσο σαθρό ήταν το οικοδόμημα που είχε φτιάξει, μετά από πολύ κόπο, με τη φράση «μπρός βαθύ και πίσω ρέμα».

Από κείνη την ημέρα το βλέμμα του άρχισε να ψάχνει  μαλλιάδες. Τους έβλεπε, τους μελετούσε, τους υποδέχονταν και τους ξεπροβοδούσε  στα λεωφορεία, στα τρένα, στον ηλεκτρικό...

Μπερδεμένος ανάμεσα στα γένια και τα μουστάκια τους, βίωνε ξανά τις δύσκολες εκείνες εποχές, που δεν μπορούσε να πάρει απόφαση για το ποια φράση ταίριαζε καλύτερα στη δική του περίπτωση.

Το δίλημμα επέστρεψε δριμύτερο. Η πρώτη συνέπεια της καινούργιας κατάστασης ήταν να αυξηθούν τα ποτήρια. Λίγο αργότερα, ο κύριος Φουσέκης άρχισε τους συνδυασμούς των ποτηριών. Έφτιαχνε πυραμίδες. Τρία κονιάκ ως βάση, δυο ούζα πάνω στα κονιάκ και μια μπύρα στην κορυφή.

Ο σερβιτόρος του «Ξένος» είχε μάθει να φτιάχνει πυραμίδες καλύτερα κι από τον πρωτομάστορα των πυραμίδων της Αιγύπτου. Μερικές φορές ο σύγχρονος πρωτομάστορας των πυραμίδων ήταν υποχρεωμένος να κάνει κάποιες μικροαλλαγές στο σχέδιο, όπως λόγου χάρη  διεύρυνση της  βάσης  με ένα ακόμα κονιάκ, που σήμαινε πως  έπρεπε να προστεθεί  κι ένας ακόμα όροφος στην πυραμίδα. Τούτο συνέβαινε όταν ο κύριος Φουσέκης σταματούσε το πηγαινέλα στην ερημική ακτή της μοναξιάς και μετρούσε  νοερά το βάθος του πελάγους, να  σιγουρευτεί αν ήταν το κατάλληλο, για να πέσει να πνιγεί.

Ο σερβιτόρος ήταν Πωγωνίσιος, γεωπόνος στο επάγγελμα. Όταν κατέβηκε μετανάστης,  η Ελλάδα πρώτα πρώτα φρόντισε να του συρρικνώσει τις απέραντες πλαγιές του Πωγωνίου, για να χωρέσουνε σε έναν τόσο δα δίσκο. Γνήσιος απόγονος των βουνίσιων που  ζύγιαζαν τον κόσμο με το κουτάλι του καφέ και τον  μετρούσαν με τον πόντο της μεζούρας, όλο και κάτι είχε ψυλλιαστεί περί του μεγάλου διλήμματος του σοφού θαμώνα του. Το μάτι του είχε μελετήσει πολλούς καφενόβιους και όπως ο Δαρβίνος, έτσι κι αυτός είχε κάνει τις απαραίτητες ταξινομήσεις. Ως κριτήριο είχε τον αριθμό των ποτηριών και φυσικά, το σχήμα των πυραμίδων.

Τον Παντελή Φουσέκη τον ταξινομούσε στη δεύτερη κατηγορία, η οποία ήταν και η πιο ενδιαφέρουσα, όπως επέμενε. Οι υποψήφιοι αλκοολικοί φτάνουν στο καλύτερό τους στάδιο, δηλαδή, αποχτούν την εικόνα του σοφού: βλέμμα πράο στοχαστικό, περιπλανούμενο στις απρόσιτες περιοχές του πνεύματος, μοναξιά και αυτοσυγκέντρωση. Βαδίζουν έτσι πάνω στο μεταίχμιο. Ένα ποτήρι ακόμα και από σοφοί μετατρέπονται σε αλκοολικούς.

Ο Παντελής Φουσέκης καιρό τώρα βάδιζε πάνω στην κόψη. Το σχήμα της πυραμίδας προσπαθούσε να το κρατήσει σταθερό: τρία-δύο-ένα. Το άλλαζε μόνον κάτω από πίεση ανωτέρων δυνάμεων. Τότε, ο πωγωνίσιος σερβιτόρος τον πλησίαζε όλο ευγένεια και του πρότεινε να αφήσουν την πυραμίδα χωρίς κορυφή.

-Έχεις ιδεί εσύ πυραμίδα χωρίς κορυφή;-  αντιστέκονταν ο κύριος Φουσέκης.

-Όχι  βέβαια ! - του απαντούσε ο γνήσιος απόγονος των βουνίσιων, που ζύγιαζαν τον κόσμο με το κουτάλι του καφέ και τον μετρούσαν με τον πόντο της μεζούρας.

-Έ, τότε; Πυραμίδες θα φτιάχνομε ή πεζούλια;

Η απόφαση του κυρίου Φουσέκη ήταν οριστική. Η πυραμίδα έφτανε αισίως στην κορυφή. Μόνον οι ρυθμικοί ήχοι από τα σφυριά των μαστόρων καθώς και τα άσπρα μαντήλια των χωρικών, που τα ρίχνανε στη στέγη, για να ευχηθούν «καλορίζικη», έλλειπαν.

Ανώτερες δυνάμεις θεωρούνταν οι απρόσκλητες και βίαιες επισκέψεις στο τραπέζι του. Ασφαλώς, όχι από θαμώνες του καφενείου, θεός φυλάξει, αλλά από τον πατέρα και το θείο του. Τον τελευταίο καιρό τον επισκεπτότανε όλο και πιο συχνά. Έμπαιναν φουριόζικοι στο καφενείο, καθότανε απρόσκλητοι στο τραπέζι του και αρχίζανε τον καυγά. Του Παντελή ούτε που του ρίχνανε ματιά, λες και ο άνθρωπος δεν υπήρχε  καθόλου εκεί.

Οι δύο απρόσκλητοι επισκέπτες διαφωνούσαν σε όλα και χειρονομούσαν ασταμάτητα με άγριες διαθέσεις. Ο Παντελής ίδρωνε, μαυροκοκκίνιζε, αλλά εκείνοι το χαβά τους:

-Εσύ μας πήρες στο λαιμό σου,- κατηγορούσε ο πατέρας τον θείο.

-Είσαι ένα εγωιστικό και σιχαμερό βατράχι, τίποτα άλλο,- του απαντούσε  θυμωμένος ο θείος.

-Αν δεν ήσουν εσύ, η φαμίλια μου δεν θα ταλαιπωρούνταν στις φυλακές και τις εξορίες. Για την αδερφή σου και τα ανιψίδια σου λέω, βρε κακόμοιρε...

-Εγώ έκανα το καθήκον μου!

-Ούτε εγώ θα πέθαινα στις φυλακές και τώρα  δεν ξέρω που είναι ο τάφος μου...Ή μήπως ξέρεις εσύ να μου πεις πού βρίσκομαι;

-Εμένα έτσι με πρόσταξε η πατρίδα...

-Ποια πατρίδα, μωρέ δυστυχή, που έφαγες το βόλι κατακούτελα και ακόμα παραμένεις ένας  άχρηστος ιδεαλιστής; Για ποια πατρίδα μου μιλάς, μωρέ ρομαντικέ της Άνω Δρόπολης;

Στο θέμα της πατρίδας ο θείος δεν σήκωνε αστεία. Εκρηχτικός καθώς ήτανε, πεταγότανε απότομα, άπλωνε τα χέρια και ήταν έτοιμος να τον πιάσει από το λαιμό.

Ο Παντελής σηκωνότανε   και προσπαθούσε να μπει στη μέση, να τους χωρίσει, να μην  χυθεί οικογενειακό αίμα.

Τη σκηνή αυτή την έβλεπε χρόνια να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του. Ο πατέρας σήκωνε την ταφόπετρα βαριανασαίνοντας, έβγαινε από τον τάφο και ίσια στην πόρτα του καφενείου. Από την άλλη μεριά ο θείος, ντυμένος αντάρτης, με δίκοχο και φυσεκλίκια, πηδούσε χοπ από το βάθρο του ήρωα, ανταμώνανε στην είσοδο του καφενείου και τραβούσανε φουρτούνα για το τραπέζι του Παντελή.

Από νεαρό παιδί ακόμα, ο Παντελής δεν ήξερε τι να κάνει. Να χαρεί για το θείο του, που  σκοτώθηκε στη μάχη και ήταν ήρωας ή να πονέσει για τον πατέρα του που πέθανε στη φυλακή και ήταν προδότης; Μήπως έπρεπε να καμαρώνει για τον πατέρα που πέθανε στη φυλακή και να πονάει για τον θείο που σκοτώθηκε στη μάχη;

Στην Αλβανία όλοι λέγανε πώς ο θείος ήταν ήρωας, ενώ ο πατέρας προδότης. Σαν ήρθε στην Ελλάδα, τα πράγματα γύρισαν ανάποδα, ο πατέρας έγινε ήρωας, ενώ ο θείος προδότης. Για τον ίδιο τον Παντελή, όμως, τίποτα δεν είχε αλλάξει. Στην Αλβανία από τη μια τον πύρωνε ο ήλιος και από την άλλη τον έδερνε η βροχή. Στην Ελλάδα ο ήλιος και η βροχή είχαν αλλάξει  θέση, ενώ ο ίδιος παρέμενε ξανά στη μέση.

Στις αρχές ο Παντελής εργάστηκε στα νταμάρια. Ο πατέρας και ο θείος κονταροχτυπιότανε στις σκόνες και στα βράχια. Αργότερα εργάστηκε  σε ένα υπόγειο τυπογραφείο, αλλά κι εκεί  τρύπωναν ο πατέρας κι ο θείος  και ύψωναν τις φωνές τους πάνω από το θόρυβο των μηχανών. Όταν εργάστηκε ελαιοχρωματιστής, ο πατέρας και ο θείος  αναποδογύριζαν τα δοχεία με τις μπογιές.

Από τη στιγμή που ανακάλυψε το παράμερο και κρυφό καφενείο, ηρέμησε κάπως. Ο πατέρας γύρισε στον τάφο, αν και  κανένας δεν γνώριζε που βρισκότανε, ενώ ο θείος με το δίκοχο και τα φυσεκλίκια  στο μαρμάρινο βάθρο του.

Μια μέρα γύρισε στην Αλβανία και πήρε τους δρόμους, ψάχνοντας να βρει τον τάφο του πατέρα. Άει στο διάβολο με τον πατέρα σου! - του είπανε. Πέρασε κι από το πάρκο του θείου του, αλλά  το βάθρο το είδε αδειανό. Το θείο τον είχαν σωριάσει, τον έσυραν και τον πετάξανε σε μια άκρη με κομμένη μύτη, κομμένα χείλη και χωρίς γείσο το αντάρτικο καπέλο του.

Πικραμένος ως το κόκαλο για το νέο τσαλαπάτημα που γίνονταν στις αξίες, γύρισε ξανά στην Ελλάδα, διαμαρτυρήθηκε έντονα στις αρχές για τις βάρβαρες αυτές πράξεις. Τούτο λέγεται κατάντημα,- είπε. Άει στο διάβολο με το θείο σου! - του είπανε στην Ελλάδα.

Τότε ήταν που ο Παντελής Φουσέκης επινόησε την πυραμίδα: τρία κονιάκ στη βάση, δύο ούζα πάνω της και μια μπύρα στην κορυφή. Κλείστηκε μέσα της σα Φαραώ κι ας τριγυρίζανε απ’ έξω όσο θέλανε ο πατέρας και ο θείος. Έτσι, για μεγάλο διάστημα τον άφησαν ήσυχο. Επιτέλους, σκέφτηκε, θα είχαν γίνει λιώμα από τους ατέλειωτους καυγάδες.

Μάταια, όμως. Ο πατέρας και ο θείος όλο αυτό το διάστημα τριγυρίζανε την πυραμίδα σαν ακούραστοι πολεμιστές, ψάχνοντας απεγνωσμένα έστω μια τόση δα χαραμάδα, για να μπουν. Τη βρήκαν. Τότε ο Παντελής την έχτισε ακόμα ψηλότερη. Τίποτα. Εκείνοι έμπαιναν φουριόζικοι στην πυραμίδα, κάθονταν στο τραπέζι του και συνέχιζαν τους καυγάδες.

-Σκάστε, επιτέλους και οι δυο! – έγρουξε μια μέρα ο Παντελής.

Ήταν κατακόκκινος, εξουθενωμένος. Είχε σηκωθεί, είχε χτυπήσει με τη γροθιά το τραπέζι, πράγμα σπάνιο  για τον ίδιο, αλλά και για όλους τους θαμώνες του «Ξένος», που ως επί το πλείστον ήταν μετανάστες.

Οι θαμώνες, παρόλα  αυτά δεν μείωσαν ούτε χιλιοστό το σέβας που είχαν προς τον  κύριο Φουσέκη. Αυτοί, καλύτερα από όλους τους άλλους, γνώριζαν πόσο άτιμη είναι η ζωή, άρα και οι σοφοί έχουν τις κακές τους. Το παιδί από το Πωγώνι όπου ζυγιάζουν τον κόσμο με το κουτάλι του καφέ και τον μετράνε με τον πόντο της μεζούρας, το οποίο από γεωπόνος είχε γίνει σερβιτόρος, τόλμησε και τον πλησίασε με βήμα δισταχτικό.

-Μπορώ να καθίσω; - τον ρώτησε με ευγένεια.

-Παρακαλώ, κύριε  αρχιμάστορα, τιμή μου...

-Όχι, κύριε Φουσέκη, δική μου είναι η τιμή...

-Δεν θέλω αντιρρήσεις, γιατί εγώ, ξέρετε,  χτυπάω και  τραπέζια...

Ποιος είδε μεθυσμένο και δεν του άνοιξε δρόμο.

Ο κύριος  Φουσέκης έβαλε τα δυνατά  να του  εξηγήσει πως η ταραχή του είχε να κάνει με τους δύο μουσαφίρηδες, που καθότανε πρωτύτερα στο τραπέζι του. Ο άλλος δεν είχε ιδεί κανέναν μουσαφίρη, αλλά δεν το πήγε πιο πέρα.

Ύστερα, ο κύριος Φουσέκης ζήτησε την γνώμη του αρχιμάστορα των πυραμίδων  για το ποια φράση ταίριαζε καλύτερα στην περίπτωσή του. Ανταριασμένος από τις αναθυμιάσεις της πυραμίδας, μπερδεύτηκε  στα γένια και τα μουστάκια, δεν κατάφερε να επεξηγήσει όπως θα’ θελε τη δεύτερη φράση. Την πρώτη την είπε σα λιανοτράγουδο.

Το παράξενο είναι πως ο  σύγχρονος αρχιμάστορας, προς μεγάλη κατάπληξη του κυρίου Φουσέκη, απέρριψε και τις δύο φράσεις.

-Με το συμπάθιο, ε; Ο διάσημος κύριος Φουσέκης δεν είστε; - έκανε πονηρά.

-Μάλιστα, ακέριος...

-Ξέρετε τι συμβαίνει με σας, κύριε Φουσέκη μου;

-Τι συμβαίνει;- είπε έντρομος.

-Τούτη τη στιγμή εσείς δεν είστε άνθρωπος...

Ο κύριος Φουσέκης ήθελε να χτυπήσει δυνατά το τραπέζι και μ’ όλο το σέβας προς τους αρχιμάστορες, πήγε να τον στείλει στο διάβολο, όπως είχε εξωπετάξει πρωτύτερα τον πατέρα και το θείο, αλλά συγκρατήθηκε. Ποιος ξέρει,  ίσως είχε έρθει η στιγμή να μάθει, επιτέλους, τι λύκος ήταν αν δεν ήταν άνθρωπος.

-Δεν είμαι άνθρωπος;- είπε ψευδίζοντας.

-Μάλιστα! Δεν είστε άνθρωπος…

-Και τι είμαι, λοιπόν;

-Είστε  ένας Κένταυρος…

Το παράξενο αυτό όνομα ο κύριος Φουσέκης το πήρε για «Αλεύροντας» και ήθελε να του πει «μπουμπούνα!». Οι Αλεύροντες ήταν από τη Γριάζδανη, ενώ αυτός ήταν από το Σέλωμα της Μαύρης Ρίζας. Ο αρχιμάστορας, όμως, είχε απομακρυνθεί κιόλας, τον είχαν φωνάξει να φτιάξει άλλες πυραμίδες, σε άλλες γωνιές του καφενείου.

-Χαίρεται, κύριε, Κένταυρε!- τον είχε χαιρετήσει  στρατιωτικά.

-Στο καλό, κύριε  μπουμπούνα,- είπε ο  Φουσέκης,  ύστερα από πολλή ώρα, όταν θυμήθηκε  να ανταποδώσει το χαιρετισμό.

Η πυραμίδα με το νέο της σχήμα, πήγαινε να ολοκληρωθεί και από όλο το σώμα της αναδύονταν αναθυμιάσεις, όπως ο καπνός από μια βλάχικη καλύβα. Ο Παντελής, μέσα από τις αναθυμιάσεις, είδε να προβάλει μια παράξενη ύπαρξη μισή άλογο και μισή άνθρωπος. Το παράξενο αυτό ον, μόλις τον είδε, στάθηκε και τον έβλεπε με καλοσύνη, λες και μετά από πολλούς αιώνες αναζήτηση, είχε βρει τον όμοιό του.

Έντρομος ο κύριος Φουσέκης ψαχούλεψε στα γρήγορα τον εαυτό του και του φάνηκε πως από τη μέση και κάτω είναι άλογο. Η Αλβανία και η Ελλάδα χάθηκαν από τη μνήμη του, δεν υπήρχαν ποτέ, κι αυτός, αιώνες τώρα, είχε ζήσει  στα οροπέδια και στα δάση του Πηλίου.

Ο κύριος Παντελής Κένταυρος σηκώθηκε και τρεκλίζοντας βγήκε στην πόρτα του καφενείου. Στάθηκε για λίγο και είδε πως το ποτάμι των αυτοκινήτων έτρεχε προς όλες τις μεριές σαν τα νερά του νερόμυλου, που ροβολάνε χοχλακίζοντας. Οι άνθρωποι σκουντουφλούσαν στην Αχαρνών, στη Λιοσίων, στην Τρικούπη, χάνονταν στα δρομάκια και στα στενά. Πιο κάτω, σίγουρα, τους περίμενε η τράγια, κοκκινωπή βελέντζα της Αθήνας.

Ο κύριος Φουσέκης έβγαλε το πουκάμισό του και το ανέμισε.

-Το βλέπετε αυτό το πουκάμισο; -είπε δυνατά, απευθυνόμενος  στο παρδαλό άγνωστο πλήθος. –Εδώ σας κρατάω! Μ’ αυτό το πουκάμισο θα σας τυλίξω όλους  και θα σας δηλητηριάσω! Ξέρετε ποιος είμαι εγώ, ε; Ξέρετε;

Ο κόσμος διάβαινε αδιάφορος.

-Είμαι ο Κένταυρος.

 


 

 

 

 

Κείμενα  από αυτή την σελίδα μπορούν να αναπαραχθούν με αναφορά στην πηγή ως: "από τον δικτυακό τόπο του συγγραφέα ΑΝΔΡΕΑ ΖΑΡΜΠΑΛΑ"  με σύνδεση στο https://andreaszarmpalas.gr

 

Cookie Policy

This site uses cookies to store information on your computer.

Do you accept?