Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.
Η ΚΑΣΤΑΝΙΑ ΤΗΣ ΝΥΦΗΣ

 

 

(Απόσπασμα απο την ομώνυμη νουβέλα)

 

 Ι΄

 

   Τη στιγμή, που η πομπή βγήκε από την εκκλησία, ακούστηκε το παρακάτω τραγούδι:

 

Τ’ άκουσες, κυρά νύφη, τι λέει το Βαγγέλιο;

τι λέει το Βαγγέλιο, τι μολογάει το γράμμα;

Τίμα τον πεθερό σου, τίμα την πεθερά σου

για να’ σαι τιμημένη, στον κόσμο ξακουσμένη.

 

   Ανεβήκαμε τότε ο καθένας στο μουλάρι του και πήραμε το δρόμο προς το σπίτι του Κοράκη. Κατά τη διαδρομή, οι θεατές ευχότανε στη νύφη «καλή προκοπή» κι εκείνη απαντούσε κλίνοντας ελαφρά το κεφάλι προς τα μπρος και φέροντας το δεξί της χέρι στο στήθος. Όταν πλησιάσαμε στο σπίτι του γαμπρού, συναντήσαμε πλήθος γυναικών, οι οποίες είχαν βγει να μας υποδεχτούν και τραγουδούσαν:

 

-Συμπέθεροι, τι αργήσαταν, τι αργήσαταν;

-Μας άργησαν κι αργήσαμαν κι αργήσαμαν,

είχαν την τσέργα στο νερό κι αργήσαμαν κι αργήσαμαν.

 

Κι ύστερα το:

 

 

Τρέχουν τα νερά, τρέχουν οι βρύσες

τρέχει κι η αρχοντιά να ιδεί τη νύφη,

τα αρχοντόπουλα να τη ρωτήσουν

κι οι αρχόντισσες να την ’ξετάσουν.

Νύφη τι έφερες του πεθερού σου;

Νύφη τι έφερες της πεθεράς σου;

Τρέχουν τα νερά, τρέχουν οι βρύσες,

τρέχει για να ιδεί η χώρα όλη

το καλόμοιρο, το χρυσό ταίρι,

Νύφη όμορφη, καμαρωμένη,

όμορφο γαμπρό και παλικάρι.

 

   Ξεκαβαλικέψαμε και σταθήκαμε όλοι στην αυλή, ενώ η μάνα του γαμπρού έριχνε ρύζι στη νύφη, που ήταν καβάλα ακόμα. Η νύφη παίρνοντας από μία παράνυφο την κουλούρα, που είχε σχήμα αρχαίου δίσκου και περιείχε μικρά χρυσά νομίσματα, την ανέμισε τρεις φορές κι έπειτα την πέταξε προς τα πάνω. Τότε, πολλοί νέοι συναγωνίστηκαν ποιος θα πρωτοπάρει την κουλούρα, που έπεφτε από ψηλά.

   Μετά απ’ αυτό έγινε πλειοδοσία το ποιος θα κατεβάσει τη νύφη από το μουλάρι. Ο τελευταίος, που προσέφερε εκατό γρόσια, αξιώθηκε την τιμή αυτή.

   Κι ενώ οι άντρες προχώρησαν προς το δωμάτιο, που προορίζονταν γι’ αυτούς, η νύφη, στηριζόμενη στο μπράτσο δύο παράνυφων, ανέβαινε αργά τις σκάλες κι όταν έφτασε στην κορυφή, της έφεραν ένα δοχείο που περιείχε μέλι. Έβαλε τα δάχτυλά του δεξιού χεριού της μέσα, εκτός του αντίχειρα και άλειψε το ανώφλι της πόρτας τρεις φορές, ώστε να περάσει γλυκιά ζωή, κι ύστερα φίλησε το χέρι του πεθερού, της πεθεράς και των συγγενών του συζύγου της. Ύστερα, συνοδευόμενη από τις παράνυφες οδηγήθηκε σε ιδιαίτερο δωμάτιο, ενώ οι γυναίκες τραγουδούσαν:

 

Έβγα κυρά και πεθερά

για να δεχτείς την πέρδικα,

για να δεχτείς την πέρδικα,

που περπατεί λεβέντικα.

Για ιδέστε τη, για ιδέστε τη

κι ήλιο, φεγγάρι πέστε την.

για ιδέστε την πως περπατεί,

σαν άγγελος με το σπαθί.

Αυτού που ζύγωσες να μπεις,

ήλιος, φεγγάρι θα φανείς.

Έβγα κυρά και πεθερά,

για να δεχτείς την πέρδικα,

για να τη βάλεις στο κλουβί,

σαν το πουλί να κελαηδεί.


Έμπα αυτού, μωρ πέρδικα

στην καινούργια σου φωλιά.

Φύτρωσε μια κυδωνιά

κι αν ανθίσει και καρπίσει

πέντε γιους θα αποχτήσει

και κατόπι θυγατέρα.

 

   Κι ενώ ετοιμαζότανε να πατήσει το κατώφλι της θύρας, όπου ήταν στρωμένη μια τσέργα, πήγε να ρίξει τυχαία το αριστερό πόδι. Τότε ακούστηκε μια γριά να λέει:

   -Το δεξί ποδάρι, νύφη, το δεξί!

   -Το δεξί ή το ζερβί είναι το ίδιο πράγμα, πολύ δε θα μείνω, ψιθύρισε η Μαρία. Στο δωμάτιο, που μπήκε τη βάλανε να κάτσει σε ένα σκαμνί και καθώς το τοποθετούσαν, τραγουδούσαν:

 

Εις το σκαμνί, που κάθισες,

ξηρά ήταν τα ξύλα,

κι από την ομορφάδα σου

ανθούν και βγάνουν φύλλα.

Όταν σε γέννα η μάνα σου,

είχαν τα ελάφια σκόλη

και σου’ δωκαν την ομορφιά

οι δώδεκα Αποστόλοι.

Απ’ όλα τ’ άστρα του ουρανού,

ένα είν’ που σου μοιάζει,

ένα που βγαίνει την αυγή,

όταν γλυκοχαράζει.

Άγγελοι ’πο τους ουρανούς

με προσταγή Κυρίου

κατέβηκαν και σ’ έδωκαν

τη λάμψη του ηλίου.

Έχεις μαλλιά τ’ Αβεσαλώμ,

του Ιωσήφ τα κάλλη,

Καλότυχος, καλόημερος

που σ’ έκανε ζευγάρι.

Χαρά στη μάνα του γαμπρού,

Την πεθερά της νύφης,

που έκαμε τέτοιον υιό,

ζευγάρι τέτοια νύφης.

Ποιος ήταν ο προξενητής,

που να είχε φάει κανέλλα,

που αντάμωσε τέτοιον αητό

με τέτοια περιστέρα.

 


   Γύρω από τη νύφη μαζεύτηκαν αμέσως συγγενείς του γαμπρού, νέοι στην ηλικία και, ένας απ’ αυτούς, ο πλειοδότης, της έβγαλε το νυφικό πέπλο. Τούτο, όπως είναι γνωστό, μολονότι με διαφορετικό τρόπο, συνέβαινε και στην αρχαία Ελλάδα, και τα δώρα, που προσφέρονταν για το σκοπό αυτό, λέγονταν αποκαλυπτήρια.

   Όταν μπήκαμε στο δωμάτιο, το τραπέζι ήταν έτοιμο. Κι ενώ ο παπάς ευλόγησε «την βρώσι και την πόσι», ευχηθήκαμε στον σπιτονοικοκύρη τα συνηθισμένα. Μετά, με ιδιαίτερη επιθυμία αρχίσαμε όλοι να ασχολούμαστε με την ικανοποίηση των στομαχικών μας απαιτήσεων. Ύστερα από το φαγητό άρχισαν οι προπόσεις, τα τραγούδια, η μουσική.

...

 

 

 

Κείμενα  από αυτή την σελίδα μπορούν να αναπαραχθούν με αναφορά στην πηγή ως: "από τον δικτυακό τόπο του συγγραφέα ΑΝΔΡΕΑ ΖΑΡΜΠΑΛΑ"  με σύνδεση στο http://andreaszarmpalas.gr

 

Cookie Policy

This site uses cookies to store information on your computer.

Do you accept?